MELBOURNE TIME                      

                                   NICOSIA TIME                              



Αποστολή: Κύπρος 1974




Γράφει ο ΧΑΡΗΣ ΣΙΑΜΑΡΗΣ

Πρώην Γραμματέας της Κοινότητας

 

Ορισμένες δραστηριότητες της Κυπριακής Κοινότητας δεν πήραν την προβολή που έπρεπε να πάρουν γιατί την εποχή που έγιναν είτε δεν είχαμε την πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης είτε γιατί είχαμε πολύ σημαντικότερα θέματα να ασχοληθούμε και δεν μας ενδιέφερε και τόσο η προβολή. Σε μια από αυτές τις δραστηριότητες θα ασχοληθούμε στο σημείωμα αυτό. Θα ασχοληθούμε με κάτι που έγινε στην πιο κρίσιμη και θλιβερή ιστορική στιγμή της μαρτυρικής μας πατρίδας, της Κύπρου μας.

Ηταν αρχές του Ιούλη του 1974. Τα γεγονότα που συνέβαιναν στην Κύπρο τα μαθαίναμε μια - δυο ή και περισσότερες μέρες αργότερα. Δεν υπήρχε τότε διαδίκτυο. Κυπριακές εφημερίδες παίρναμε μια φορά την εβδομάδα. Ετσι παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις. Και τότε τα γεγονότα που μας συγκλόνιζαν σαν παροικία ήσαν οι αντιπαραθέσεις ΕΟΚΑ Β’ με τη νόμιμη Κυπριακή κυβέρνηση και οι συχνές τρομοκρατικές επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς και κυβερνητικά ιδρύματα.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Κυπριακής Κοινότητας παρακολουθούσε με άγρυπνο μάτι τις εξελίξεις κι αποφάσισε να κάνει κάτι. Γι αυτό κάλεσε μια παμπαροικιακή συγκέντρωση για την Τρίτη 16 Ιουλίου 1974. Σκοπός της συγκέντρωσης ήταν να ενημερωθούν οι συμπάροικοι για την κατάσταση στην Κύπρο και να ακουσθούν εισηγήσεις για το πως θα μπορούσε να συμβάλει η παροικία μας στο θέμα αυτό.

Δυστυχώς, μας πρόλαβαν τα γεγονότα. Τη Δευτέρα 15 Ιουλίου 1974 εκδηλώθηκε το προδοτικό πραξικόπημα. Στη συγκέντρωση που κλήθηκε για την Τρίτη, αντί να έχουμε 40 με 50 άτομα ήρθαν εκατοντάδες. Ηθελαν να μάθουν τα νέα από την Κύπρο, να ρωτήσουν για τους δικούς τους.

Στους συγκεντρωθέντες μίλησε ο Πρόεδρος της Κοινότητας κ. Αντώνης Τούμπουρου. Τους εξέθεσε την κατάσταση, όπως είμαστε σε θέση να ξέρουμε, και επισήμανε ότι οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχουν θύματα και άνθρωποι που θα χρειάζονται βοήθεια.

Ρίχτηκε τότε η ιδέα να συγκεντρώσουμε ορισμένα χρήματα και να τα στείλουμε στην Κύπρο. Κι αμ’ έπος, αμ’ έργον. Εγινε ένας πρόχειρος έρανος και συγκεντρώθηκε ένα ποσό κάπου 5 χιλ. δολάρια. Ταυτόχρονα αποφασίσθηκε να γίνει μια δεύτερη παγκοινοτική συγκέντρωση την ερχόμενη Τρίτη 23 του Ιούλη 1974 για να μελετηθούν τρόποι για συντονισμένη και ουσιαστική βοήθεια προς την Κύπρο.

 

     

Και πάλι μας πρόλαβαν τα γεγονότα. Το Σάββατο 20 του Ιούλη έγινε η βάρβαρη Τουρκιή εισβολή στην Κύπρο με τις τραγικές συνέπειες που όλοι ξέρουμε σήμερα. Τότε, όμως, δεν μπορούσαμε να μάθουμε και πολλά πράγματα γιατί δεν μπορούσανε να εποικοινωνήσουμε τηλεφωνικά. Φανταστείτε, λοιπόν, την αγωνία των συμπατρωτών μας για τους δικούς τους, ειδικά αυτούς που έμεναν στην Κερύνεια και τις γύρω περιοχές.

Γι αυτό στη συγκέντρωση που κλήθηκε για την Τρίτη συγκεντρώθηκε σχεδόν ολόκληρη η παροικία στο οίκημα της Κοινότητας που ήταν στο Russell Street. Που να τους χωρέσει το κτίριο. Ούτε ένα μικρό ποσοστό τους δεν μπορούσε να μπει μέσα. Αποφασίστηκε τότε η συγκέντρωση να γίνει στο οίκημα της Ελληνικής Κοινότηας. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας που ήταν παρών ευχαρίστως προσφέρθηκε να παραχωρήσει το κτίριο.

Και πάλιν δεν μπορούσε να χωρέσει όλους το μέρος. Οσοι δεν μπόρεσαν να μπουν μέσα κρεμάστηκαν στις σκάλες σαν τσαμπιά και οι υπόλοιποι κατέκλυσαν το δρόμο. Χρειάστηκε η επέμβση της αστυνομίας για να βγάλει έξω τους περισσευούμενους.

Αντιλαμβάνεστε, πιστεύω, τι περίπου έγινε όταν έγιναν οι ομιλίες από τους διάφορους εκπροσώπους της παροικίας. Στο τέλος συμφωνήθηκε να αρχίσει ένας μεγάλος έρανος για τη βοήθεια των προσφύγων και των εκτοπισμένων (μέχρι τότε δεν ήξερε κανένας τις λέξεις πρόσφυγας και εκτοπισμένος). Κι ο έρανος άρχισε αμέσως. Οι υπεύθυνοι με δυο σημαίες, μια Ελληνική και μια Κυπριακή, πέρασαν μπροστά απ’ όλους κι ολοι έρριχναν μέσα στις σημαίες όσα χρήματα είχαν μαζί τους. Οσοι δεν είχαν υποσχέθηκαν να δώσουν και γράφτηκαν τα ονόματα τους. Το ποσό που συγκεντρώθηκε εκείνο το βράδυ ξεπέρασε τις 10 χιλ. δολλάρια.

Αυτή ήταν με δυο λόγια η πρώτη αντίδραση της παροικίας μας για τα δυο θλιβερά γεγονότα που έπληξαν την πατρίδα μας σε διάστημα μόνο πέντε ημερών. Η παροικία, όμως, δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Η Κοινότητα δραστηριοποιήθηκε για τη σωστή λειτουργία του εράνου και την συνεχή ενημέρωση όχι μόνο της παροικίας αλλά και της ευρύτερης Αυστραλιανής κοινωνίας. Δόθηκαν συνεντεύξεις στις Αυστραλιανές εφημερίδες, τα ραδιόφωνα και τους τηλεοπρικούς σταθμούς και ενημερώθηκε η Αυστραλιανήκυβέρνηση για την παράνομη εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο.. Γι αυτά ελπίζω να γράψουμε πιο αναλυτικά μια άλλη φορά.

Προς το παρόν ας περιοριστούμε στο θέμα που ορίζει ο τίτλος του σημειώματος αυτού.

Σε μια από τις σχεδόν καθημερινές συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Κυπριακής Κοινότητας ήρθε ο γνωστός τότε ταξιδιωτικός πράκτορας κ. Λεύκιος Παπαδόπουλος. Η παρουσία του είχε ένα συγκεκριμένο σκοπό τον οποίο εξέθεσε αμέσως στο Δ. Σ. Χωρίς πολλούς προλόγους είπε ότι αναλαμβάνει τα έξοδα για ένα μέλος του Συμβουλίου να πάει στην Κύπρο, να δει ιδίοις όμμασι την κατάσταση, να ερθει σε επαφή με την κυβέρνηση της Κύπρου για να ενημερωθεί πως και με ποιο τρόπο μπορεί να βοηθήσουμε την Κύπρο.

Η πρόταση του κ. Παπαδόπουλου έγινε αμέσως δεκτή και το Συμβούλιο επέλεξε αμέσως τον υποφαινόμενο για την αποστολήν αυτή. Αμέσως μετά ο κ. Γιαννούδης προσφέρθηκε να γίνει μέλος της αποστολής με δικά του έξοδα και η προσφορά του έγινε αποδεκτή. Ημέρα αναχώρησης ορίσθηκε το Σάββατο 24 Αυγούστου 1974 και ώρα 1.00 μ.μ. με πτήση της Ολυμπιακής η οποία και παραχώρησε δωρεάν το εσιτήριο μου.

Ολα ήσαν έτοιμα. Εφθασε το Σάββατο. Αλλά, δυστυχώς, ο κ. Γιαννούδης μου τηλεφώνησε στις 9.00 το πρωί του Σαββάτου ότι δεν μπορεί να με συνοδέψει στην Κύπρο λόγω ορισμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων. Αντί να φύγω μόνος μου, θυμήθηκα κάτι που μου είπε ο καλός μου φίλος Κώστας Ζηντίλης μόλις έμαθε ότι πηγαίνω στην Κύπρο σαν εκπρόσωπος της Κυπριακής Κοινότητας: «Σε ζηλεύω, Χάρη. Πόσο θάθελα να ήμουν μαζί σου».

Χωρίς να χάσω καιρό, συμβουλεύτηκα πρώτα τον Πρόεδρο της Κοινότητας κ. Τούμπουρου και μετά τηλεφώνησα στον κ. Ζηντίλη και του είπα ότι αν εννοούσε αυτά που μου είπε είναι ευπρόσδεκτος να έρθει μαζί μου. «Και βεβαίως θέλω», ήταν η απάντηση του. Τακτοποίησε στο πι και φι το εισιτήριο του και στη μία η ώρα συναντηθήκαμε στο αεροδρόμιο και ταξιδέψαμε μαζί στην Αθήνα.

 

Στην Αθήνα

 Φτάσαμε στην Αθήνα στις 5.00 το πρωί της Κυριακής 25/8/1974. Στις 10.00 η ώρα επισκεφθήκαμε την Κυπριακή Πρεσβεία ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Γραμματέα κ Ανδρέα Αριστείδου. Ο Πρέσβης κ. Νίκος Κρανιδιώτης ήταν σε σύσκεψη με τον τότε Γ.Γ. του ΟΗΕ κ. Κουρτ Βάλτχαϊμ κι έτσι δεν μπορέσαμε να τον δούμε.

Ο κ. Αριστείδου είχεν, ήδη, ενημερωθεί για την αποστολή μας και μας ενημέρωσε ότι θα ταξιδέψουμε την επομένη, δηλαδή τη Δευτέρα 27/8/74 με το φορτηγό πλοίο «Οινούσαι» το οποίο θα φθάσει στον Πειραιά στις 8 το πρωί μεταφέροντας 17 τραυματίες. Το «Οινούσαι» και και το «Αδωνης» έκαναν το δρομολόγιο Πειραιάς – Λεμεσός – Πειραιάς.

Το οίκημα της Πρεσβείας έμοιαζε με αποθήκη. Ηταν γεμάτο από διάφορα είδη, ρουχικά, τρόφιμα, κλπ που συγκεντρώνονταν στην Ελλάδα και απεστέλλοντο στην Κύπρο. Υστερα από τα καθιερωμένα ο Γραμματέας της Πρεσβείας μας είπε διάφορα πράγματα τα οποία μας κατέπληξαν.

Συγκεκριμένα μας είπε ότι:

-         Οι πρόσφυγες δεν στερούνται τίποτε

-         Τρόφιμα στέλλονται άφθονα από την Ελλάδα

-         Τους πνίξανε στο λάδι

-         Η Ελληνική κυβέρνηση έδωσε 6,5 εκ. λίρες.

 Με λίγα λόγια μας άφησε να καταλάβουμε ότι οι πρόσφυγες είναι μια χαρά και δεν χρειάζονται τίποτε επί του παρόντος. Οσο για τα χρήματα που αναφέραμε ότι θα συγκεντρώσει και θα στείλει η Αυστραλία ίσως θα χρησιμοποιηθούν για μελλοντικές ανάγκες.

Παρετήρησα ότι μας παρουσιάζει πολύ ρόδινη την κατάσταση και ευχήθηκα όλα αυτά που μας είπε να είναι αλήθεια. Ο κ. Αριστείδου έφτασε στο σημείο να μας εισηγηθεί ότι αν είμαστε ικανοποιημένοι με αυτά που μας είπε κι αν  προτιμούσαμε να μην ταλαιπωρηθούμε θα ήταν προτιμότερο να ματαιώσουμε το ταξίδι στην Κύπρο.

Αρνηθήκαμε, φυσικά, κατηγορηματικά και τότε μας αποκάλυψε ότι είχε εντολή από το Υπουργείο Εξωτερικών να μας προωθήσει στην Κύπρο αμέσως. Τότε μας παρέδωσε και τις κάρτες, που είχαν θέση εισιτηρίου για πλοίο «Οινούσαι» με το οποίο θα ταξιδεύαμε. Κατόπι μας εξήγησε ότι αν πρόκειται να στείλουμε διάφορα είδη στην Κύπρο πρέπει να πακετάρονται σε κάσιες και κάθε κάσια να περιέχει περίπου τα ίδια πράγματα και να υπάρχει λίστα τους κολλημένη στην κάθε κάσια και αντίγραφο της να στέλλεται και στην Πρεσβεία. Επίσης μας είπε ότι η Πρεσβεία πρέπει να ενημερώνεται ενωρίτερα για να παραλαμβάνει το φορτίο από το αεροπλάνο.

Του απαντήσαμε ότι θα μεταφέρουμε τις οδηγίες του και πριν φύγουμε του είπαμε ότι, όταν επιστρέψουμε θα θέλαμε να δούμε τους Υπουργούς Εξωτερικών και Αθλητισμού καθώς και τον Πρέσβη μας κ. Κρανιδιώτη.

Στις 4.00 το απόγευμα της ίδιας μέρας επισκεφθήκαμε τα Γραφεία της Συντονιστικής Επιτροπής Κυπρίων Φοιτητών και συνομιλήσαμε με εκπροσώπους της

Οπως μας πληροφόρησαν, η Επιτροπή τους καθώς και άλλοι οργανισμοί μάζευαν διάφορα ειδη, κυρίως ρούχα και τρόφιμα, τα συσκεύαζαν και τα παρέδιδαν στην Πρεσβεία η οποία τα απέστελλε στην Κύπρο.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας προσέξαμε ότι επικρατούσαν πολιτικά πάθη μεταξύ των φοιτητών, Μακαριακοί, Γριβικοί κλπ. Τους υποδείξαμε ότι  ο καιρός των πολιτικών παθών έχει παρέλθει και σήμερα εκείνο που έχει σημασία είναι η ενότητα για τη βοήθεια και σωτηρία της δοκιμαζόμενης πατρίδας μας.

 





Στην Κύπρο την αέρινη

 Πρωί-πρωί την επομένη αναχωρήσαμε για την Κύπρο και φτάσαμε στη Λεμεσό στις 8.00 π.μ της Τετάρτης 28/8/1974. Μας παρέλαβε κάποιος κ. Κυπριανού του Υπουργείου Εξωτερικών και ξεκινήσαμε για τη Λευκωσία. Σταμάτησε κάπου για μια δουλειά που είχε και ενώ διασταύρωνε το δρόμο τον κτύπησε ένα αυτοκίνητο και τον πλήγωσε. Ειδοποιήσαμε ασθενοφόρο το οποίο τον πήρε στο Νοσοκομείο Λεμεσού. Ακολουθήσαμε κι εμείς και τον είδαμε. Ευτυχώς δεν κτυπήθηκε σοβαρά αλλά έπρεπε να παραμείνει στο νοσοκομείο. Μόλις μας είδε μας είπε σχεδόν με αγωνία: «Ακόμα εδώ είστε; Σας περιμένουν στο Υπουργείο. Πρέπει να φύγεται αμέσως»

Πριν φύγουμε, όμως, μια και είμαστε στη Λεμεσό πήγαμε στην Αστυνομία που ήταν εκεί κοντά για να δούμε κάποιους δικούς μας. Τους είδαμε κι όταν έμαθαν τον σκοπό της επίσκεψης μας, κανόνισαν να πάμε με αυτοκίνητο της Εθνικής φρουράς.

Φτάσαμε στη Λευκωσία στις 12.30 το μεσημέρι. Μας παρέλαβε ο κ. Βάκης, ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών. Μας είπε ότι μας έχει κλείσει συνέντευξη με τον Υπουργό Οικονομικών τον κ. Πατσαλίδη. Μετά μας πήρε για γεύμα σ’ ένα πολύ γνωστό εστιατόρειο το οποίο υπό κανονικές συνθήκες ήταν κατάμεστο, αλλά εκείνο το μεσημέρι είμασαν μονάχα εμείς.

 

Εν τω μεταξύ ήρθαν και άλλοι δυο του Υπουργείου οι κ. Αυξεντίου και Αναστασιάδης οι οποίοι μας πληροφόρησαν ότι πήραν μήνυμα από την Αυστραλία ότι φθάνει ο κ. Γιαννούδης το Σάββατο 31/8/74 και ότι μας έχουν κανονίσει περιοδεία σε καταυλισμούς προσφύγων την Κυριακή.

           





 

Είμαστε, λοιπόν, ελεύθεροι μέχρι την Κυριακή. Ο κ. Ζηντίλης έφυγε το απόγευμα για τη Λάρνακα. Εγώ έμεινα στη Λευκωσία και έκαμα γνωστή την παρουσία μας και το σκοπό της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Την Πέμπτη πήγα στη Λεμεσό και την Παρασκευή 30/8/74 κάναμε, ο κ. Ζηντίλης κι εγώ, περιοδεία στα χωριά της Λεμεσού τα οποία είχαν κατακλυσθεί κυριολεκτικά από πρόσφυγες οι οποίοι πήγαιναν όπου είχαν ένα γνωστό ή ένα συγγενή για να τους φιλοξενήσει. Είδαμε να μένουν σε ένα σπίτι με δυο δωμάτια 15 και περισσότερα άτομα. Μιλήσαμς με πολλούς εκτοπισμένους, μας είπαν την ιστορία τους και εξέφραζαν όλοι την ελπίδα ότι δεν θα μείνουν για πολύ  καιρό μακρυά από τα σπίτια τους. Προσπαθήσαμε να τους παρηγορήσουμε...αν ήταν δυνατό!

Το Σάββατο έφτασε και ο κ. Γιαννούδης και την Κυριακή 1η του Σεπτέμβρη, σύμφωνα με το πρόγραμμα επισκεφθήκαμε προσφυγικούς καταυλισμούς στη πόλη και την Επαρχία Λάρνακας. Το τι είδαμε είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί. Ανθρωποι που πριν λίγες μέρες τα είχαν όλα, τώρα δεν έχουν ούτε ένα κομμάτι ψωμί και περιμένουν να πάρουν κάτι από το συσσίτιο. Ανθρωποι με λιμουζίνες δεν έχουν που την κεφαλήν κλίναι και κοιμούνται κάτω από τα δέντρα. Καλύτερα να μη συνεχίσω με αυτά γιατί δεν το κάνει η καρδιά μου. Αρκεί να σας πω ότι και των τριών μας τα μάτια ήσαν συνεχώς βουρκωμένα.

 













Τη Δευτέρα 2/9/74 και ώρα 9.00 – 9.30 είχαμε συνάντηση με τον Υπουργό Εξωτερικών κ. Χριστοφίδη με τον οποίο συζητήσαμε θέματα που ενδιαφέρουν τους απόδημους της Αυστραλίας. Συγκεκριμένα ζητήσαμε από τον κ. Χριστοφίδη ότι, ύστερα από ότι έγινε στην Κύπρο επιβάλλεται η ίδρυση Προξενείων και ότι κάποιος εκπρόσωπος της κυβέρνησης πρέπει να επισκεφθεί την Αυστραλία και να ενημερώσει την παροικία.

Ο κ. Χριστοφίδης δέχθηκε την εισήγηση μας και μας είπε ότι σκοπεύει να ιδρύσει Cyprus Agencies όπου υπάρχουν Κύπριοι με απώτερο σκοπό τη βοήθεια για ανοικοδόμηση της Κύπρου. Μας ενημέρωσε επίσης για την κατάσταση των κατοίκων της Καρπασίας και μας υποσχέθηκε ότι θα μας στείλει ενημερωτικό υλικό για την ενημέρωση των συμπαροίκων.

Στις 10.30 μας δέχθηκε ο Υπουργός Οικονομικών κ. Πατσαλίδης. Συζητήσαμε μαζί του τον τρόπο αξιοποίησης της βοήθειας που θα σταλεί από την Αυστραλία και μας εξήγησε πως πρέπει να αποστέλλουμε τα διάφορα είδη που θα συγκεντρώνουμε.  

Στις 11.15 επισκεφθήκαμε τον Διευθυντή του Τμήματος Ευημερίας κ. Βάκη ο οποίος μας εξήγησε πως δημιουργήθηκε το προσφυγικό πρόβλημα και πως το αντιμετωπίζει η κυβέρνηση.

Στις 2.00 μ.μ. επισκεφθήκαμε τα Γραφεία της ΕΔΕΚ όπου συναντήσαμε τον Πρόεδρο της κ. Βάσο Λυσσαρίδη ο οποίος μας ενημέρωσε για τα συμβάντα στην Κύπρο και ότι χρειάζονται όλες οι δυνάμεις μας για να αντεπεξέλθουμε και να επουλώσουμε έστω και λίγες από τις πληγές που μας προξένησε ο Αττίλας. Ο κ. Λυσσαρίδης μας παρεχώρησε και συνέντευξη για τον Ελληνισμό της Αυστραλίας.

 

                                 

                                  Ωρα 4.00 μ.μ. Γίναμε δεκτοί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Γλαύκο Κληρίδη. Αφου μας καλωσόρισε του εκθέσαμε τον σκοπό της επίσκεψης μας και ζητήσαμε τη γνώμη του για το τι ακριβώς περιμένει η Κύπρος από τους απόδημους. Ο κ. Κληρίδης μας ενημέρωσε πως έχουν σήμερα τα πράγματα ύστερα από τη βάρβαρη Τουρκική εισβολή καθώς και τη δεύτερη εισβολή της 1