Ωρα καλή σας, Χωρκανοί, τζιαι Παραχωρκανοί. Εν τζιαι ξέρετε ακόμα ποιος είμαι. Αφήστε με να σας συστηθώ.
Είμαι ο Χωρκάτης. Ενας χωρκάτης που την Κύπρον, που ήρτα στην Αφστράλιαν πέρκι κάμω προκοπήν. Γράμματα πολλά εν ηξέρω, γιατί οι γονιοί μου ήταν φτωσιοί τζι εν με πέψαν σε ανώττερα σκολεία να με σπουδάσουν. Το Δημοτικόν ίσια-ίσια πο' κατάφερα τζι έφκαλα το. Ημουν πολλά καλός μαθητής τζι ο δάσκαλος μου εμάσιετουν του τζυρού μου να με πέψει στο Γυμνάσιον. Μα που να του ακούσει ο Γέρος. Εθελεν με να πιάσω δουλειάν, να πιάννω ριάλλια για να βοηθώ στα έξοδα του σπιθκιού.
Η μάνα μου είσιεν μιαν μάντραν κοπελλούθκια, τζι εγιώ ήμουν ο μιαλλίττερος. Επρεπεν να τανώ του τζυρού μου. Αρκεψα, λοιπόν, που μιτσής τον αγώναν για το ψουμίν. Εδούλεψα στα χωράφκια, στα αμπέλια, έκαμα τον βοσκόν πας τα λαόνια, εδούλεψα στη στράταν, στα κουνούπια τζιαι στα ανακουφιστικά τον τζαιρόν του πολέμου.
Οτι τζιαι νάκαμνα, όμως, η οκκά ήταν τετρακόσια. Για τούτον επήρα τζι εγιώ τα μμάθκια μου τζι ήρτα στην Αφστάλιαν πέρκι αλλάξ' η τύχη μου.
Που τη ζωή μου έν έχω μεγάλον παράπονον. Πικρά-γλυτζιά, έναν μεροκάματον φκάλλω το. Ευτυχώς πον τζι η γεναίκα μου χωρκατού τζι εν έσιει μεγάλες απαιτήσεις Εννεν πο' τζειν' τες πολλοπάητες που θέλουν έναν σωρόν λουσούθκια τζιαι πολυτέλειες. Να μεν σας τα πολλυλοώ, περνούμεν φτωσικά-φτωσικά, αμμά εν παραπονιούμαστιν.
Που τες φατσιές τες πολλές πόφαα στη ζωή μου, έμαθα πολλά πράματα. Εγίνηκα, σαν να πούμεν, ένας φιλόσοφος. Αρέσκει μου τζιαι πολλά τοδκιάβασμαν. Εν αφήννω βιβλίον για βιβλίον. Οτι έβρω μπροστά μου δκιαβάζω το. Τες εφημερίες δκιαβάζω τες ούλες τζιαι ξέρω ήνταμ που γινήσκεται στον κόσμον. Να περάσει μέρα τζιαι να μεν δκιαβάσω εφημερίαν αρωστώ.
Με λλία λόγια, εσπούδασα μες τη ζωήν τζιαι μπορώ να συντύχω μ' οποιονδήποτε τζιαι να τα φκάλω πέρα. Μόνον που φακκά λλίον η γλώσσα μου στα κυπραίϊκα
Πριν λλίες ημέρες εβρέθηκα σ' έναν μέρος τζιαι κάποιος φίλος εσύστησεν μου τον κύριον Τάκην τον Γκόγκον που εν διευθυντής του "Νέου Κόσμου". Εκουβενκιάσαμεν κάμποσην ώραν για το Κυπριακόν τζιαι για άλλα πράματα τζιαι στο τέλος γυρίζει τζιαι λαλεί μου:
-"Βλέπω είσαι πολλά καλά κατατοπισμένος πας το Κυπριακόν πρόβλημαν και σε άλλα διεθνή θέματα. Εναν τέτοιον άνθρωπον γυρεύω για να γράφει στην εφημερίδα μου. Τι λες, έρχεσαι;"
-"Μα, κύριε Τάκη μου", λαλώ του, "εγιώ είμαι ένας χωρκάτης. Τα γράμματα μου εν του Δημοτικού. Εθ θα τα καταφέρω".
-"Μη σε νοιάζει γι αυτό. Εγώ σε θέλω να γράφεις τις ιδέες σου και ας είναι και στην κυπριακή διάλεκτο".
-"Μα, άμαν ηγράφω στα κυπραίϊκα, πον η μόνη γλώσσα που ξέρω, εν θα με καταλαβαίνουν οι αναγνώστες σου οι Ελλαδίτες, οι Καλαμαράες, όπως τους λαλώ εγιώ, τζιαι μπορεί να τόχουν παράπονον που έβαλες άλλη γλώσσαν μες την εφημερίαν σου".
-"Μη φοβάσαι", λαλεί μου. "Οι αναγνώστες μου αγαπούν την Κύπρο. Και αφού την αγαπούν πρέπει να αγαπούν και την γλώσσαν των Κυπρίων".
-"Αφού εν έτσι δέχουμαι", είπα του.
Εκάμαμεν τη συφφωνίαν, εττοκκάραμεν τζι άρκεψα που τα σήμμερα δουλειάν. Κάθε Δευτέραν εννά γράφω για διάφορα πράματα... Για την Κύπρον τζιαι τους Κυπραίους, για την ξενηθκειάν τζιαι τους καμούς της, για την παροικίαν τζιαι τα προβλήματα της τζιαι για τα παράξενα του κόσμου.
Σήμμερα είπουν σας ποιος είμαι για να γνωριστούμεν. Που Δευτέρας, εν ν' αρκέψω τη δουλειάν που μου έβαλεν ο κύριος Τάκης.
Γεια σας, το λοιπόν, τζιαι καλήν αντάμωσην.
Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ
29.5.78
Ξέρετε, πιστεύκω, ούλοι σας, ποιος εν ο Σπυρής. Ο Σπυρής - οι φίλοι του φωνάζουν τον Σπυράκη - εν ο Πρόεδρος της Κύπρου. Εφκάλαν τον οι Κυπραίοι άμαν τζιαι πέθανεν ο μακαρίτης ο Μακάριος για να κυβερνήσει το νησί μας το βασανισμένον.
Αμαν έπιασεν το τεμόνιν στα σιέρκα του άρκεψεν να κάμνει ότι έκαμνεν τζι ο μακαρίτης. Γιατί, δαμαί που τα λαλούμεν, είπεν το που την αρκήν ότι εννά κλουθήσει τα γνάρκα Του. Πέμπει μηνύματα ποτζεί-ποδά, πέμπει Υπουργούς στη ξενηθκειάν να πουν τον πόνο μας τζιαι το παράπονο μας πως οι Τούρτζιοι εν ξεροτζέφαλοι τζι εν ακούουν κανενού. Εκαμεν ο γέρημος ότι εμπόρηεν. Μα στου κουφού την πόρταν...
Ομως, ο Σπυρής μας εκατάφερεν έναν πράμαν τζιαι για τούτον αξίζουν του συγχαρητήρια.Εκατάφερεν τους Τούρκους να δεχτούν να υποβάλουν "συγκεκριμένες προτάσεις".
Ούλοι επιστεύκαμεν ότι κάτι εννά γινεί. Εφκάλαν μας τη ψυσιήν για να μας πουν τες προτάσεις τους. Τζι άμαν ήρταν στο μεϊτάνιν, αποδείχτηκεν πως ήταν περιπαίξιμον του άλλου κόσμου.
Ο Σπυρής έκατσεν τζι εσύντυσιεν με τους με τους συμβούλους του τζι ύστερα έφκαλεν έναν φερμάνιν που ελάλεν ότι οι προτάσεις τους Τούρκους εν απαράδεχτες τζι εμείς εννά συνεχίσουμεν τον μακροχρόνιον αγώναν αφούτις έτσι το θέλουν.
Πρέπει να ξέρετε ότι ο Σπυρής εν τζι εν μανιχά λόγια. Οτι πει κάμνει το. Τούτον εφάνηκεν που την προθεσμίαν που έδωκεν στους Εοκαβητατζήες να παραδώσουν τα όπλα τους. Λαλεί τους:
-"Αμμέν τα παραδώσετε ως τες 31 του Μάη, εν νάσιετε να κάμετε μιτά μου. Τζι εγιώ αστεία εν σηκώννω. Τζιαι τζείνοι, που το φόον τους, εκουβαλούσαν τζι εν εσυφταίνναν.
Για το Κυπριακόν πάλαι είπεν: "Εμείς εκβιασμούς εν σηκώννουμεν. Το ζήτημα μας εννά το λύσουμεν όπως είπεν ο ΟΗΕς".
Χωρίς να χάσει τζαιρόν, καβαλλικά τ' αεροπλάνου τζια νάσου τον μάνι-μάνι στην Αμερικήν. Πο τούντα ταξίθκια εν μαθημένος ο Σπυρής γιατί τον τζαιρόν που ήταν Υπουργός των Εξωτερικών εν εκαμνεν άλλη δουλειάν. Εβούραν συνέχεια ποτζεί-ποδά. Αφούτις εφκάλαν τον "ο ιπτάμενος Υπουργός".
Γιατί τζιαι που λαλείτε, άμαν τζιαι πάτησεν το πόϊν του στην Αμερικήν, ελάμνισεν ολόϊσια για τον ΟΗΕ. Ητουν τζειμέσα τζι εσυνεδριάζαν οι αντιμούτσουνοι ούλων των χωρών του κόσμου για τον αφοπλισμόν.
Αμαν τζι εμπέηκεν της πόρτας, εσηκωστήκαν ούλοι πάνω τζι αρκέψαν του πισκαλιές. Εν ηξέρω αν του ετσιεράσαν καφέν, αμμά ξέρω ότι, άμαν εξιποστάθηκεν λλίον, εσηκώστην πάνω τζιαι είπεν τους τα μιαν σιερκάν τζι έκαμεν τους ούλους τζι ετσουλλώσαν τ' αφκιά τους. Λαλεί τους:
-"Εν αντρέπεστε, σιόρ! Κοτζιά μου αθθρώποι, να φκάλλετε αποφάσεις τζιαι να μεν τες εφαρμόζετε; Εν αντρέπεστε, ν' αφήννετε μιαν ψωροτουρτζιάν να σας περιπαίζει πας τα νύσια της; Πόσον τζαιρόν εννά πάει τούτο φκιολίν; Είπετε σιήλλιες βολές ότι πρέπει να φύουν οι Τούρτζιοι που την Κύπρον. Είπετε ότι οι πρόσφυγες πρέπει να παν στα σπίθκια τους. Είπετε, είπετε, είπετε... Ηνταμ πώκαμεν ως τωρά η Τουρτζιά; Τίποτε! Σας γράφει ούλους στα παλιά της τα παπούτσια. (Εν τζι έσιει τζιαι τζυνούρκα!).
Ωσπου εννά πάει τούτ' η κατάσταση; Εν κοτσιηνίζει η μουτσούνα σας που την αντροπήν; Πόσον τζαιρόν εννά δέχεστε να σας διά πάτσους κατάμουτρα τζιαι να μεν γυρίζετε τζι εσείς το σιέρι σας; Ωσπου εννά πάει τούν' το ρεζιλλίκκιν; Εγιώ ήρτα ξεπίτηδες που την Κύπρον, άφηκα τες δουλειές μου τζιαι τον λαό μου για να σας τα πω χύμα. Αμμέν κολλήσει τίποτε, η αντροπή εν δική σας.
Εγιώ είπουν το πολλές φορές τζι εννά το ξαναπώ τζιαι τωρά. Ούτε εγιώ, ούτε ο Κυπριακός λαός έχουμε σκοπόν να γινούμεν κορόϊδα της Τουρτζιάς. Εμείς τζιαι μανισιοί μας εννά συνεχίσουμεν τον αγώναν για να γινούν τζείνα που αποφασίσετε εσείς. Εμείς εν έχουμεν σκοπόν να γινούμεν ρεζίλιν τζιαι περιπαίξιμον του κόσμου".
Είπεν τους τζι άλλα. Είπεν τους, είπεν τους, ώσπου εξιφούσκαρεν. Οπως εγράψαν οι εφημερίες, άμαν ετέλειωσεν το λόον του, επισκαλίσαν του. Εν πιστεύκω να του πισκαλίσαν με την όρεξην τους. Πρέπει να το κάμαν με το στανιό.
Τωρά, εν ηξέρω αν θα κολλήσει τίποτε που τζείνα που τους είπεν. Τζείνον που ξέρω είναι ότι τα λόγια του εκάμαν μεγάλην εντύπωσην.
Αμαν ετέλειωσεν η συνεδρίαση, εβκέησαν ούλοι έξω. Αλλοι εκουβενκιάζαν μες τους ηλιακούς τζι άλλοι επήαν να πιουν καφέν. Ξέρετε, σ' έτσι περιπτώσεις, με τουν' τον τρόπον κάμνουν τα σχόλια τους. Είσιεν, λοιπόν, δκυο-τρείς, που σαν επίνναν τον καφέν τους, είχαν τη συναφοράν του Σπυρή. Λαλεί ο ένας;
-"Είες, ρε, τον κοντοπότσην; Δκυο πιθαμές άθθρωπος τζιαι να μεν φοάται τζιαι να τα βάλλει με ούλον τον κόσμον; Εν επίστευκα ποττέ μου ότι τούτος ο μιτσής ήτουν νάσιει τόσο θάρρος".
Σύμπτωση, την ώραν που ελάλεν ο φίλος τούν' τα λόγια, έρεσσεν που τζιαιμαί ένας δικός μας. Εν τζιαι πήρεν του τζαιρόν. Εγύρισεν τζι είπεν του μιαν κουβένταν τζι άφηκεν τον με το στόμαν τ' ανοχτόν. Λαλεί του:
-"Εν μιτσής ο Σπυρής μας, αμμά εν ροτσής!"
Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ
5.6.78
Παπούτσιν που τον τόπο σου
Οι πρώτοι Κυπραίοι που ήρτασιν στην Αφστράλιαν ήταν μετρημένοι. Εζιούσαν ξανισμένοι τζει τζιαι δα τζιαι προσπάθαν ο καθένας με τον τρόπον του να φκάλει το ψουμίν του τζιαι να βάλει τζιαι καμμιάν μπακκίραν στην πάνταν για τα υστερινά του.
Εβρισκες που τζιαι που Κυπραίους που εκάμαν χαΐριν. Εκάμαν μιαν μικρήν περιουσίαν τζι εφαίνετουν πως εκαλοπερνούσαν. Μπορεί να τους εθώρες χαμογελαστούς γιατί εν ελείφκουνταν τίποτε, αμμά το γέλιον τους ήτουν πάντα ψεύτικον.
Εννά μου πείτε, γιατί; Ο λόος εν πολλά απλός. Οσα τζι αν εκάμασιν, πάντα είσιεν κάτι πον το είχαν. Τζιαι τούντο κάτι εν τζείνος ο αέρας του τόπου μας, τζείνη η μυρωθκιά του μαζιού τζιαι του θρουμπιού, η κουβέντα η κυπραίϊκη, οι παρέες οι αξήχαστες, τα αστεία με τους χωρκανούς, τα γλέντια στες ταβέρνες, τους φίλους που νηωθήκασιν μιτά τους. Τούτοι οι καμοί εν αφήνναν κανέναν να γελάσει με την καρκιάν του.
Ξέρετε τι πάει να πει να νυχτοξημερώννεσαι τζιαι να μεν ακούεις μιαν κουβένταν στη γλώσσα σου; Να μεν θωρείς έναν πλάσμαν που να σε καταλαβαίννει τζιαι να νοιώθει τον πόνο σου;
Σιγά-σιγά, με τον τζαιρόν, αρκέψαν να πολλυνίσκουν οι Κυπραίοι. Αθθυμάστε χαρές που κάμναμεν άμαν έρκετουν το "Πατρίς" τζιαι τ' άλλα παμπόρκα φορτωμένα με συντοπίτες μας; Εκατεβαίνναμεν ούλοι στο λιμάνιν να τους καλωσορίσουμεν έστω τζι αμμέν είχαμεν δικούς μας. Εθέλαμεν ν' ακούσουμεν τη γλώσσα μας, να δούμεν φάτσες που μοιάζουν με τες δικές μας, ν' ακούσουμεν κανέναν νέον του τόπου μας που πρώτο σιέριν. Τούτον εδίαν μας τόση χαράν, που τα πλούτη ούλου του κόσμου εν εμπορούσαν να μας την δώσουν.
Μια φοράν ήρτεν ένας γνωστός μου που την Κύπρον τζι έφερε μου για δώρον μιαν πλάκαν με τραούθκια κυπραίϊκα. Ηταν το καλλίττερο δώρον που μώκαμεν άθθρωπος. Είχα ν' ακούσω τραούθκια κυπραίϊκα για πολλύν τζαιρόν.
Εναν άλλον πράμαν που εστερούμαστιν πολλά τα πρώρα χρόνια ήταν κάτι μεζεκλίκκια που είχαμεν στη Κύπρον τζιαι δαμέσα εν εμπορούσαμεν να τάβρουμεν. Εναν κομμάτι λουκάνικον, λλίην λούντζαν, λλίον σουτζιούκκον, μια σισαμόπιτταν, λλία πωρικά...
Αμαν έφερνεν κανένας τίποτε πο' τούτα, εκάμναμεν τα γιάωμαν. Μπορούσαμεν να δώκουμεν τη μισή μας περιουσίαν για ένα βούκκον. Αν πείτε για ποτά; Εκάμναμεν παναΰριν για μιαν πότσαν κοννιάκκιν κυπραίϊκον ή για μιαν πιννιάν ζιβανία.
Τωρά οι τζαιροί αλλάξασιν. Δόξα σοι ο Θεός, τα κυπραίϊκα ακούουμεν τα κάθε μέρα. Κυπραίϊκα τραούθκια ακούουμεν ως τζιαι που το ράδιον. Λουκάνια τζιαι σουτζιούκκον βρίσκεις μες τα μαχαζιά όσο θέλεις. Κυπραίϊκα ποτά, κοννιάκια, κρασιά, ως τζιαι κουμανταρίαν έσιει πόλικα. Ακόμα τζιαι καφέν του Λαϊκού Καφεκοπτείου τζιαι αφρόζαν βρίσκεις.
Με λλία λόγια εφέραμεν στην Αφστράλιαν ούλα τζείνα τα πράματα που μας αρέσκασιν όταν είμαστιν στον τόπο μας. Αλλά, άραε σου είμαστιν ευκαριστημένοι τωρά; Μπορούμεν να γελούμεν με την καρκιά μας;
Οϊ, φίλοι μου. Πάλαι κάτι μας λείπει. Μας λείπει η ατμόσφαιρα η κυπραίϊκη, ο αέρας του τόπου μας, το χωρκό μας, η γειτονιά μας. Τωρά προ παντός, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ο καμός που ζιούμεν μακριά που τον τόπο μας εν μας αφήννει να δούμεν μέραν καλήν. Διψούμεν να μάθουμεν πως περνούν τ' αδέρκια μας. Πως ζιουν οι πρόσφυγες, ήνταμ που γινήσκεται για το ζήτημα μας. Εννά λυθεί καμμιά φοράν οξά εννά τραβούμεν ως τον αιώναν τον άπαντα.
Για τούτον, άμαν έρτει κανένας που την Κύπρον που ξέρει κάτι παραπάνω που λλόου μας συναούμαστιν ούλοι γύρου του τζιαι με το στόμαν αννοιχτόν καρτερούμεν να μας πει δκυο κουβέντες παρηορκάς.Να μας δώκει λλίο θάρρος.
Εμείς οι Κυπραίοι της Αφστράλιας κόβκουμεν λλίον μακριά που την Κύπρον τζι εν νάκκον δύσκολον νάρκουνται που τζεικάτω αθθρώποι της Κυβέρνησης μας να μας θωρούν τζιαι να μας ενημερώννουν για τους αγώνες που κάμνουν οι συμπατριώτες μας για να δκιώξουν τον Τούρκον που τα μέρη μας.
Τελευταία, φαίνεται εκατάλαβεν το η Κυβέρνηση μας ότι πρέπει να μας αθθυμάται τζι εμάς πότε-πότε. Επεψεν μας τζαμπροού τον κύριον Χριστοδουλίδην που εν για τους Απόδημους. Ευκαριστηθήκαμεν το πολλά που ήρτεν τζι είδεν μας.
Τούντες ημέρες έχουμεν μιτά μας τον Αρχιεπίσκοπο μας τον Χρυσόστομον. Ηρτεν να μας δει, να μας πει τα βάσανα της Κύπρου τζι ήνταμ που μπορούμεν να κάμουμεν τζι εμείς για να βοηθήσουμεν το νησί μας που υποφέρει.
Ακούσαμεν τον τζι ευκαριστηθήκαμεν που μας έκαμεν το χαττήριν τζι ήρτεν τόσες σιηλλιάες μίλια για να μας επισκεφτεί τζιαι να μας ευλοήσει. Ο Θεός να του διά χρόνια.
Με τούτα ούλα που σας είπα έθελα να καταλήξω σ' ένα συμπέρασμαν. Πιστεύκω ότι ούλλοι εννά συφφωνήσετε. Η ξενηθκειά εν πάντα ξενηθκειά. Οσα καλά τζι αν έσιει, όσα πλούτη τζι αν αποχτήσουμεν, ποττέ μας εν θάμαστιν απόλυτα ευτυχισμένοι. Γιατί πάντα ο νους τζι ανανούς μας εννάν τζεικάτω, στη μιτσιάν, την αγαπημένη μας Κύπρο...
Η ξενηθκειά μοιάζει με τη μητρυιάν, που ότι τζιαι να κάμει εν ημπορεί ποττέ της να γινεί μάνα. Γιατί, όπως έγραψεν τζι ο μακαρίτης ο Λιπέρτης,
Ολόχρυσες η μητρυιά κορώνες να φορεί
τζι η μάνα μας ναν' φτωσιηκά μαντηλοσκουφωμένη,
καλλίττερην που λλόου της έν έσιει, με μπορεί.
Εμείς κάλλιον πισκάζουμεν πούμαστιν σκλαβωμένοι.
Στίβες λουρκά χάρισμαν αμέτρητες να δούμεν
με που τα ποχτενίθκια της μιαν μάλλαν εν διούμεν.
Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ
26.6.78
Τα στραβά τζιαι τα ανάποδα
Που τον τζαιρόν πούμουν μιτσής είχα το σύστημα νάμαι περίεργος. Αρεσκε μου να νεκατώννουμαι πόλα-σέλα. Εθελα να μαθθαίννω. Πολλές φορές τούτ' η συνήθεια μου έβκαιννε μου σε κακόν γιατί επάθθαινα όπως τα πίτερα που τα τρων οι όρνιθες. Τες παραπάνω, όμως, φορές με τούντο μπήξιμον της μούττης μου σε ούλλα, εθώρουν καταστάσεις τζι εμάθθαιννα πράματα που διαφορετικά ήταν αδύνατον να τα μάθω.
Αμαν ήρτα στην Αφστράλιαν είπα να το κόψω τούντο σύστημαν, άμπα τζι έβρω τον πελά μου. Αμμά κόβκεται; Από 'σιει έσιει, όπως λαλεί τζι η παροιμία. Αφούτις έχω το που γεννήσιος μου, εν κόβκω. Ετσι, που την ημέραν πούρτα συνεχίζω το ίδιο φκιολίν. Το χτιν τζιαι το χτοσιέριν.
Εν για τούτον που ξέρω τόσα πολλά πράματα για την παροικία μας, για τα καλά τζιαι τα κακά της, για τα στραβά τζιαι τα ανάποδα της.
Εννεν λλίες οι φορές που ήβρα τον πελά μου αμμά πάλαι κάτω εν τα βάλλω. Εσιει πολλούς που εν με χωνεύκουν, μα οι παραπάνω λαλούν μου ότι καλά κάμνω.
Πρέπει να σας εξηγήσω δαμαί ότι εν τζι εν μανιχά η περιέργεια που με κάμνει να νεκατώννουμαι. Οϊ. Εν τζι η διάθεση μου να βοηθήσω να ισιώσουν τα στραβά τζιαι τα ανάποδα. Είπουν σας πως έχω πείραν πο τούντες δουλειές τζιαι θέλω να συμπουρκώ να γινήσκουνται δουλειές σωστές.
Μπορεί να με ρωτήσει κανένας:
-"Μα ήνταμ που θωρείς στραβόν τζι ανάποδον, κύριε Χωρκάτη;"
Εσείς ήνταμ που νομιζετε. Εμέναν, πάντως, η απάντηση μου εν μια άλλη ερώτηση:
-"Τζιαι ποιον πράμαν εν ίσιον; Εννεν ούλλα στραβά τζι ανάποδα;"
Τωρά, αν αρκέψουμεν να τα κατταρκάζουμεν εν θάβρουμεν με αρκήν με τέλειωσην.
Θέλω πολλά, εν η καρκιά μου καμένη, να τα πω μια σιερκάν τζι ότι τρέξ' ας κατεβάσει. Μα πάλαι σκέφτουμαι πως εν νάσιει πολλούς πον να τους κακοφανεί γιατί εν φταίστες.. Ξέρουν το, μα εν θέλουν να το παραδεχτούν. Να κάτσεις τωρά να τα βάλεις μιτά τους τζιαι να προσπαθείς να τους πείσεις πως έχουν άδικον, εν σαν να σπάζεις αφκά πας στον τοίχον.
Εν για τούτον που λαλώ που μέσα μου:
-"Κάτσε, γιε μου, στα βραστά σου να μεν ημπερτέψεις".
Να κάτσω στα βραστά μου, μια κουβέντα
Ωρα καλή σας, Χωρκανοί, τζιαι Παραχωρκανοί. Εν τζιαι ξέρετε ακόμα ποιος είμαι. Αφήστε με να σας συστηθώ.
Είμαι ο Χωρκάτης. Ενας χωρκάτης που την Κύπρον, που ήρτα στην Αφστράλιαν πέρκι κάμω προκοπήν. Γράμματα πολλά εν ηξέρω, γιατί οι γονιοί μου ήταν φτωσιοί τζι εν με πέψαν σε ανώττερα σκολεία να με σπουδάσουν. Το Δημοτικόν ίσια-ίσια πο' κατάφερα τζι έφκαλα το. Ημουν πολλά καλός μαθητής τζι ο δάσκαλος μου εμάσιετουν του τζυρού μου να με πέψει στο Γυμνάσιον. Μα που να του ακούσει ο Γέρος. Εθελεν με να πιάσω δουλειάν, να πιάννω ριάλλια για να βοηθώ στα έξοδα του σπιθκιού.
Η μάνα μου είσιεν μιαν μάντραν κοπελλούθκια, τζι εγιώ ήμουν ο μιαλλίττερος. Επρεπεν να τανώ του τζυρού μου. Αρκεψα, λοιπόν, που μιτσής τον αγώναν για το ψουμίν. Εδούλεψα στα χωράφκια, στα αμπέλια, έκαμα τον βοσκόν πας τα λαόνια, εδούλεψα στη στράταν, στα κουνούπια τζιαι στα ανακουφιστικά τον τζαιρόν του πολέμου.
Οτι τζιαι νάκαμνα, όμως, η οκκά ήταν τετρακόσια. Για τούτον επήρα τζι εγιώ τα μμάθκια μου τζι ήρτα στην Αφστάλιαν πέρκι αλλάξ' η τύχη μου.
Που τη ζωή μου έν έχω μεγάλον παράπονον. Πικρά-γλυτζιά, έναν μεροκάματον φκάλλω το. Ευτυχώς πον τζι η γεναίκα μου χωρκατού τζι εν έσιει μεγάλες απαιτήσεις Εννεν πο' τζειν' τες πολλοπάητες που θέλουν έναν σωρόν λουσούθκια τζιαι πολυτέλειες. Να μεν σας τα πολλυλοώ, περνούμεν φτωσικά-φτωσικά, αμμά εν παραπονιούμαστιν.
Που τες φατσιές τες πολλές πόφαα στη ζωή μου, έμαθα πολλά πράματα. Εγίνηκα, σαν να πούμεν, ένας φιλόσοφος. Αρέσκει μου τζιαι πολλά τοδκιάβασμαν. Εν αφήννω βιβλίον για βιβλίον. Οτι έβρω μπροστά μου δκιαβάζω το. Τες εφημερίες δκιαβάζω τες ούλες τζιαι ξέρω ήνταμ που γινήσκεται στον κόσμον. Να περάσει μέρα τζιαι να μεν δκιαβάσω εφημερίαν αρωστώ.
Με λλία λόγια, εσπούδασα μες τη ζωήν τζιαι μπορώ να συντύχω μ' οποιονδήποτε τζιαι να τα φκάλω πέρα. Μόνον που φακκά λλίον η γλώσσα μου στα κυπραίϊκα
Πριν λλίες ημέρες εβρέθηκα σ' έναν μέρος τζιαι κάποιος φίλος εσύστησεν μου τον κύριον Τάκην τον Γκόγκον που εν διευθυντής του "Νέου Κόσμου". Εκουβενκιάσαμεν κάμποσην ώραν για το Κυπριακόν τζιαι για άλλα πράματα τζιαι στο τέλος γυρίζει τζιαι λαλεί μου:
-"Βλέπω είσαι πολλά καλά κατατοπισμένος πας το Κυπριακόν πρόβλημαν και σε άλλα διεθνή θέματα. Εναν τέτοιον άνθρωπον γυρεύω για να γράφει στην εφημερίδα μου. Τι λες, έρχεσαι;"
-"Μα, κύριε Τάκη μου", λαλώ του, "εγιώ είμαι ένας χωρκάτης. Τα γράμματα μου εν του Δημοτικού. Εθ θα τα καταφέρω".
-"Μη σε νοιάζει γι αυτό. Εγώ σε θέλω να γράφεις τις ιδέες σου και ας είναι και στην κυπριακή διάλεκτο".
-"Μα, άμαν ηγράφω στα κυπραίϊκα, πον η μόνη γλώσσα που ξέρω, εν θα με καταλαβαίνουν οι αναγνώστες σου οι Ελλαδίτες, οι Καλαμαράες, όπως τους λαλώ εγιώ, τζιαι μπορεί να τόχουν παράπονον που έβαλες άλλη γλώσσαν μες την εφημερίαν σου".
-"Μη φοβάσαι", λαλεί μου. "Οι αναγνώστες μου αγαπούν την Κύπρο. Και αφού την αγαπούν πρέπει να αγαπούν και την γλώσσαν των Κυπρίων".
-"Αφού εν έτσι δέχουμαι", είπα του.
Εκάμαμεν τη συφφωνίαν, εττοκκάραμεν τζι άρκεψα που τα σήμμερα δουλειάν. Κάθε Δευτέραν εννά γράφω για διάφορα πράματα... Για την Κύπρον τζιαι τους Κυπραίους, για την ξενηθκειάν τζιαι τους καμούς της, για την παροικίαν τζιαι τα προβλήματα της τζιαι για τα παράξενα του κόσμου.
Σήμμερα είπουν σας ποιος είμαι για να γνωριστούμεν. Που Δευτέρας, εν ν' αρκέψω τη δουλειάν που μου έβαλεν ο κύριος Τάκης.
Γεια σας, το λοιπόν, τζιαι καλήν αντάμωσην.
Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ
29.5.78
Ξέρετε, πιστεύκω, ούλοι σας, ποιος εν ο Σπυρής. Ο Σπυρής - οι φίλοι του φωνάζουν τον Σπυράκη - εν ο Πρόεδρος της Κύπρου. Εφκάλαν τον οι Κυπραίοι άμαν τζιαι πέθανεν ο μακαρίτης ο Μακάριος για να κυβερνήσει το νησί μας το βασανισμένον.
Αμαν έπιασεν το τεμόνιν στα σιέρκα του άρκεψεν να κάμνει ότι έκαμνεν τζι ο μακαρίτης. Γιατί, δαμαί που τα λαλούμεν, είπεν το που την αρκήν ότι εννά κλουθήσει τα γνάρκα Του. Πέμπει μηνύματα ποτζεί-ποδά, πέμπει Υπουργούς στη ξενηθκειάν να πουν τον πόνο μας τζιαι το παράπονο μας πως οι Τούρτζιοι εν ξεροτζέφαλοι τζι εν ακούουν κανενού. Εκαμεν ο γέρημος ότι εμπόρηεν. Μα στου κουφού την πόρταν...
Ομως, ο Σπυρής μας εκατάφερεν έναν πράμαν τζιαι για τούτον αξίζουν του συγχαρητήρια.Εκατάφερεν τους Τούρκους να δεχτούν να υποβάλουν "συγκεκριμένες προτάσεις".
Ούλοι επιστεύκαμεν ότι κάτι εννά γινεί. Εφκάλαν μας τη ψυσιήν για να μας πουν τες προτάσεις τους. Τζι άμαν ήρταν στο μεϊτάνιν, αποδείχτηκεν πως ήταν περιπαίξιμον του άλλου κόσμου.
Ο Σπυρής έκατσεν τζι εσύντυσιεν με τους με τους συμβούλους του τζι ύστερα έφκαλεν έναν φερμάνιν που ελάλεν ότι οι προτάσεις τους Τούρκους εν απαράδεχτες τζι εμείς εννά συνεχίσουμεν τον μακροχρόνιον αγώναν αφούτις έτσι το θέλουν.
Πρέπει να ξέρετε ότι ο Σπυρής εν τζι εν μανιχά λόγια. Οτι πει κάμνει το. Τούτον εφάνηκεν που την προθεσμίαν που έδωκεν στους Εοκαβητατζήες να παραδώσουν τα όπλα τους. Λαλεί τους:
-"Αμμέν τα παραδώσετε ως τες 31 του Μάη, εν νάσιετε να κάμετε μιτά μου. Τζι εγιώ αστεία εν σηκώννω. Τζιαι τζείνοι, που το φόον τους, εκουβαλούσαν τζι εν εσυφταίνναν.
Για το Κυπριακόν πάλαι είπεν: "Εμείς εκβιασμούς εν σηκώννουμεν. Το ζήτημα μας εννά το λύσουμεν όπως είπεν ο ΟΗΕς".
Χωρίς να χάσει τζαιρόν, καβαλλικά τ' αεροπλάνου τζια νάσου τον μάνι-μάνι στην Αμερικήν. Πο τούντα ταξίθκια εν μαθημένος ο Σπυρής γιατί τον τζαιρόν που ήταν Υπουργός των Εξωτερικών εν εκαμνεν άλλη δουλειάν. Εβούραν συνέχεια ποτζεί-ποδά. Αφούτις εφκάλαν τον "ο ιπτάμενος Υπουργός".
Γιατί τζιαι που λαλείτε, άμαν τζιαι πάτησεν το πόϊν του στην Αμερικήν, ελάμνισεν ολόϊσια για τον ΟΗΕ. Ητουν τζειμέσα τζι εσυνεδριάζαν οι αντιμούτσουνοι ούλων των χωρών του κόσμου για τον αφοπλισμόν.
Αμαν τζι εμπέηκεν της πόρτας, εσηκωστήκαν ούλοι πάνω τζι αρκέψαν του πισκαλιές. Εν ηξέρω αν του ετσιεράσαν καφέν, αμμά ξέρω ότι, άμαν εξιποστάθηκεν λλίον, εσηκώστην πάνω τζιαι είπεν τους τα μιαν σιερκάν τζι έκαμεν τους ούλους τζι ετσουλλώσαν τ' αφκιά τους. Λαλεί τους:
-"Εν αντρέπεστε, σιόρ! Κοτζιά μου αθθρώποι, να φκάλλετε αποφάσεις τζιαι να μεν τες εφαρμόζετε; Εν αντρέπεστε, ν' αφήννετε μιαν ψωροτουρτζιάν να σας περιπαίζει πας τα νύσια της; Πόσον τζαιρόν εννά πάει τούτο φκιολίν; Είπετε σιήλλιες βολές ότι πρέπει να φύουν οι Τούρτζιοι που την Κύπρον. Είπετε ότι οι πρόσφυγες πρέπει να παν στα σπίθκια τους. Είπετε, είπετε, είπετε... Ηνταμ πώκαμεν ως τωρά η Τουρτζιά; Τίποτε! Σας γράφει ούλους στα παλιά της τα παπούτσια. (Εν τζι έσιει τζιαι τζυνούρκα!).
Ωσπου εννά πάει τούτ' η κατάσταση; Εν κοτσιηνίζει η μουτσούνα σας που την αντροπήν; Πόσον τζαιρόν εννά δέχεστε να σας διά πάτσους κατάμουτρα τζιαι να μεν γυρίζετε τζι εσείς το σιέρι σας; Ωσπου εννά πάει τούν' το ρεζιλλίκκιν; Εγιώ ήρτα ξεπίτηδες που την Κύπρον, άφηκα τες δουλειές μου τζιαι τον λαό μου για να σας τα πω χύμα. Αμμέν κολλήσει τίποτε, η αντροπή εν δική σας.
Εγιώ είπουν το πολλές φορές τζι εννά το ξαναπώ τζιαι τωρά. Ούτε εγιώ, ούτε ο Κυπριακός λαός έχουμε σκοπόν να γινούμεν κορόϊδα της Τουρτζιάς. Εμείς τζιαι μανισιοί μας εννά συνεχίσουμεν τον αγώναν για να γινούν τζείνα που αποφασίσετε εσείς. Εμείς εν έχουμεν σκοπόν να γινούμεν ρεζίλιν τζιαι περιπαίξιμον του κόσμου".
Είπεν τους τζι άλλα. Είπεν τους, είπεν τους, ώσπου εξιφούσκαρεν. Οπως εγράψαν οι εφημερίες, άμαν ετέλειωσεν το λόον του, επισκαλίσαν του. Εν πιστεύκω να του πισκαλίσαν με την όρεξην τους. Πρέπει να το κάμαν με το στανιό.
Τωρά, εν ηξέρω αν θα κολλήσει τίποτε που τζείνα που τους είπεν. Τζείνον που ξέρω είναι ότι τα λόγια του εκάμαν μεγάλην εντύπωσην.
Αμαν ετέλειωσεν η συνεδρίαση, εβκέησαν ούλοι έξω. Αλλοι εκουβενκιάζαν μες τους ηλιακούς τζι άλλοι επήαν να πιουν καφέν. Ξέρετε, σ' έτσι περιπτώσεις, με τουν' τον τρόπον κάμνουν τα σχόλια τους. Είσιεν, λοιπόν, δκυο-τρείς, που σαν επίνναν τον καφέν τους, είχαν τη συναφοράν του Σπυρή. Λαλεί ο ένας;
-"Είες, ρε, τον κοντοπότσην; Δκυο πιθαμές άθθρωπος τζιαι να μεν φοάται τζιαι να τα βάλλει με ούλον τον κόσμον; Εν επίστευκα ποττέ μου ότι τούτος ο μιτσής ήτουν νάσιει τόσο θάρρος".
Σύμπτωση, την ώραν που ελάλεν ο φίλος τούν' τα λόγια, έρεσσεν που τζιαιμαί ένας δικός μας. Εν τζιαι πήρεν του τζαιρόν. Εγύρισεν τζι είπεν του μιαν κουβένταν τζι άφηκεν τον με το στόμαν τ' ανοχτόν. Λαλεί του:
-"Εν μιτσής ο Σπυρής μας, αμμά εν ροτσής!"
Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ
5.6.78
Παπούτσιν που τον τόπο σου
Οι πρώτοι Κυπραίοι που ήρτασιν στην Αφστράλιαν ήταν μετρημένοι. Εζιούσαν ξανισμένοι τζει τζιαι δα τζιαι προσπάθαν ο καθένας με τον τρόπον του να φκάλει το ψουμίν του τζιαι να βάλει τζιαι καμμιάν μπακκίραν στην πάνταν για τα υστερινά του.
Εβρισκες που τζιαι που Κυπραίους που εκάμαν χαΐριν. Εκάμαν μιαν μικρήν περιουσίαν τζι εφαίνετουν πως εκαλοπερνούσαν. Μπορεί να τους εθώρες χαμογελαστούς γιατί εν ελείφκουνταν τίποτε, αμμά το γέλιον τους ήτουν πάντα ψεύτικον.
Εννά μου πείτε, γιατί; Ο λόος εν πολλά απλός. Οσα τζι αν εκ