MELBOURNE TIME                      

                                   NICOSIA TIME                              



 


cypriots around 
the world
  

                                                       
GREEKS 
IN AUSTRALIA
Explore the Map above

 

 


ΚυπριακA  χρονογραφHματα
Του ΧΑΡΗ ΣΙΑΜΑΡΗ    

 

 

  Γνωριμία

 

Ωρα καλή σας, Χωρκανοί, τζιαι Παραχωρκανοί. Εν τζιαι ξέρετε ακόμα ποιος είμαι. Αφήστε με να σας συστηθώ.

Είμαι ο Χωρκάτης. Ενας χωρκάτης που την Κύπρον, που ήρτα στην Αφστράλιαν πέρκι κάμω προκοπήν. Γράμματα πολλά εν ηξέρω, γιατί οι γονιοί μου ήταν φτωσιοί τζι εν με πέψαν σε ανώττερα σκολεία να με σπουδάσουν. Το Δημοτικόν ίσια-ίσια πο' κατάφερα τζι έφκαλα το. Ημουν πολλά καλός μαθητής τζι ο δάσκαλος μου εμάσιετουν του τζυρού μου να με πέψει στο Γυμνάσιον. Μα που να του ακούσει ο Γέρος. Εθελεν με να πιάσω δουλειάν, να πιάννω ριάλλια για να βοηθώ στα έξοδα του σπιθκιού.

Η μάνα μου είσιεν μιαν μάντραν κοπελλούθκια, τζι εγιώ ήμουν ο μιαλλίττερος. Επρεπεν να τανώ του τζυρού μου. Αρκεψα, λοιπόν, που μιτσής τον αγώναν για το ψουμίν. Εδούλεψα στα χωράφκια, στα αμπέλια, έκαμα τον βοσκόν πας τα λαόνια, εδούλεψα στη στράταν, στα κουνούπια τζιαι στα ανακουφιστικά τον τζαιρόν του πολέμου.

Οτι τζιαι νάκαμνα, όμως, η οκκά ήταν τετρακόσια. Για τούτον επήρα τζι εγιώ τα μμάθκια μου τζι ήρτα στην Αφστάλιαν πέρκι αλλάξ' η τύχη μου.

Που τη ζωή μου έν έχω μεγάλον παράπονον. Πικρά-γλυτζιά, έναν μεροκάματον φκάλλω το. Ευτυχώς πον τζι η γεναίκα μου χωρκατού τζι εν έσιει μεγάλες απαιτήσεις Εννεν πο' τζειν' τες πολλοπάητες που θέλουν έναν σωρόν λουσούθκια τζιαι πολυτέλειες. Να μεν σας τα πολλυλοώ, περνούμεν φτωσικά-φτωσικά, αμμά εν παραπονιούμαστιν.

Που τες φατσιές τες πολλές πόφαα στη ζωή μου, έμαθα πολλά πράματα. Εγίνηκα, σαν να πούμεν, ένας φιλόσοφος. Αρέσκει μου τζιαι πολλά τοδκιάβασμαν. Εν αφήννω βιβλίον για βιβλίον. Οτι έβρω μπροστά μου δκιαβάζω το. Τες εφημερίες δκιαβάζω τες ούλες τζιαι ξέρω ήνταμ που γινήσκεται στον κόσμον. Να περάσει μέρα τζιαι να μεν δκιαβάσω εφημερίαν αρωστώ.

Με λλία λόγια, εσπούδασα μες τη ζωήν τζιαι μπορώ να συντύχω μ' οποιονδήποτε τζιαι να τα φκάλω πέρα. Μόνον που φακκά λλίον η γλώσσα μου στα κυπραίϊκα

Πριν λλίες ημέρες εβρέθηκα σ' έναν μέρος τζιαι κάποιος φίλος εσύστησεν μου τον κύριον Τάκην τον Γκόγκον που εν διευθυντής του "Νέου Κόσμου". Εκουβενκιάσαμεν κάμποσην ώραν για το Κυπριακόν τζιαι για άλλα πράματα τζιαι στο τέλος γυρίζει τζιαι λαλεί μου:

-"Βλέπω είσαι πολλά καλά κατατοπισμένος πας το Κυπριακόν πρόβλημαν και σε άλλα διεθνή θέματα. Εναν τέτοιον άνθρωπον γυρεύω για να γράφει στην εφημερίδα μου. Τι λες, έρχεσαι;"

-"Μα, κύριε Τάκη μου", λαλώ του, "εγιώ είμαι ένας χωρκάτης. Τα γράμματα μου εν του Δημοτικού. Εθ θα τα καταφέρω".

-"Μη σε νοιάζει γι αυτό. Εγώ σε θέλω να γράφεις τις ιδέες σου και ας είναι και στην κυπριακή διάλεκτο".

-"Μα, άμαν ηγράφω στα κυπραίϊκα, πον η μόνη γλώσσα που ξέρω, εν θα με καταλαβαίνουν οι αναγνώστες σου οι Ελλαδίτες, οι Καλαμαράες, όπως τους λαλώ εγιώ, τζιαι μπορεί να τόχουν παράπονον που έβαλες άλλη γλώσσαν μες την εφημερίαν σου".

-"Μη φοβάσαι", λαλεί μου. "Οι αναγνώστες μου αγαπούν την Κύπρο. Και αφού την αγαπούν πρέπει να αγαπούν και την γλώσσαν των Κυπρίων".

-"Αφού εν έτσι δέχουμαι", είπα του.

Εκάμαμεν τη συφφωνίαν, εττοκκάραμεν τζι άρκεψα που τα σήμμερα δουλειάν. Κάθε Δευτέραν εννά γράφω για διάφορα πράματα... Για την Κύπρον τζιαι τους Κυπραίους, για την ξενηθκειάν τζιαι τους καμούς της, για την παροικίαν τζιαι τα προβλήματα της τζιαι για τα παράξενα του κόσμου.

Σήμμερα είπουν σας ποιος είμαι για να γνωριστούμεν. Που Δευτέρας, εν ν' αρκέψω τη δουλειάν που μου έβαλεν ο κύριος Τάκης.

Γεια σας, το λοιπόν, τζιαι καλήν αντάμωσην.

 

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

29.5.78

 

                                                                                         

Ο Σπυρής στον ΟΗΕ

 

Ξέρετε, πιστεύκω, ούλοι σας, ποιος εν ο Σπυρής. Ο Σπυρής - οι φίλοι του φωνάζουν τον Σπυράκη - εν ο Πρόεδρος της Κύπρου. Εφκάλαν τον οι Κυπραίοι άμαν τζιαι πέθανεν ο μακαρίτης ο Μακάριος για να κυβερνήσει το νησί μας το βασανισμένον.

Αμαν έπιασεν το τεμόνιν στα σιέρκα του άρκεψεν να κάμνει ότι έκαμνεν τζι ο μακαρίτης. Γιατί, δαμαί που τα λαλούμεν, είπεν το που την αρκήν ότι εννά κλουθήσει τα γνάρκα Του. Πέμπει μηνύματα ποτζεί-ποδά, πέμπει Υπουργούς στη ξενηθκειάν να πουν τον πόνο μας τζιαι το παράπονο μας πως οι Τούρτζιοι εν ξεροτζέφαλοι τζι εν ακούουν κανενού. Εκαμεν ο γέρημος ότι εμπόρηεν. Μα στου κουφού την πόρταν...

Ομως, ο Σπυρής μας εκατάφερεν έναν πράμαν τζιαι για τούτον αξίζουν του συγχαρητήρια.Εκατάφερεν τους Τούρκους να δεχτούν να υποβάλουν "συγκεκριμένες προτάσεις".

Ούλοι επιστεύκαμεν ότι κάτι εννά γινεί. Εφκάλαν μας τη ψυσιήν για να μας πουν τες προτάσεις τους. Τζι άμαν ήρταν στο μεϊτάνιν, αποδείχτηκεν πως ήταν περιπαίξιμον του άλλου κόσμου.

Ο Σπυρής έκατσεν τζι εσύντυσιεν με τους με τους συμβούλους του  τζι ύστερα έφκαλεν έναν φερμάνιν που ελάλεν ότι οι προτάσεις τους Τούρκους εν απαράδεχτες τζι εμείς εννά συνεχίσουμεν τον μακροχρόνιον αγώναν αφούτις έτσι το θέλουν.

Πρέπει να ξέρετε ότι ο Σπυρής εν τζι εν μανιχά λόγια. Οτι πει κάμνει το. Τούτον εφάνηκεν που την προθεσμίαν που έδωκεν στους Εοκαβητατζήες να παραδώσουν τα όπλα τους. Λαλεί τους:

-"Αμμέν τα παραδώσετε ως τες 31 του Μάη, εν νάσιετε να κάμετε μιτά μου. Τζι εγιώ αστεία εν σηκώννω. Τζιαι τζείνοι, που το φόον τους, εκουβαλούσαν τζι εν εσυφταίνναν.

Για το Κυπριακόν πάλαι είπεν: "Εμείς εκβιασμούς εν σηκώννουμεν. Το ζήτημα μας εννά το λύσουμεν όπως είπεν ο ΟΗΕς".

Χωρίς να χάσει τζαιρόν, καβαλλικά τ' αεροπλάνου τζια νάσου τον μάνι-μάνι στην Αμερικήν. Πο τούντα ταξίθκια εν μαθημένος ο Σπυρής γιατί τον τζαιρόν που ήταν Υπουργός των Εξωτερικών εν εκαμνεν άλλη δουλειάν. Εβούραν συνέχεια ποτζεί-ποδά. Αφούτις εφκάλαν τον "ο ιπτάμενος Υπουργός".

Γιατί τζιαι που λαλείτε, άμαν τζιαι πάτησεν το πόϊν του στην Αμερικήν, ελάμνισεν ολόϊσια για τον ΟΗΕ. Ητουν τζειμέσα τζι εσυνεδριάζαν οι αντιμούτσουνοι ούλων των χωρών του κόσμου για τον αφοπλισμόν.

Αμαν τζι εμπέηκεν της πόρτας, εσηκωστήκαν ούλοι πάνω τζι αρκέψαν του πισκαλιές. Εν ηξέρω αν του ετσιεράσαν καφέν, αμμά ξέρω ότι, άμαν εξιποστάθηκεν λλίον, εσηκώστην πάνω τζιαι είπεν τους τα μιαν σιερκάν τζι έκαμεν τους ούλους τζι ετσουλλώσαν τ' αφκιά τους. Λαλεί τους:

-"Εν αντρέπεστε, σιόρ! Κοτζιά μου αθθρώποι, να φκάλλετε αποφάσεις τζιαι να μεν τες εφαρμόζετε; Εν αντρέπεστε, ν' αφήννετε μιαν ψωροτουρτζιάν να σας περιπαίζει πας τα νύσια της; Πόσον τζαιρόν εννά πάει τούτο φκιολίν; Είπετε σιήλλιες βολές ότι πρέπει να φύουν οι Τούρτζιοι που την Κύπρον. Είπετε ότι οι πρόσφυγες πρέπει να παν στα σπίθκια τους. Είπετε, είπετε, είπετε... Ηνταμ πώκαμεν ως τωρά η Τουρτζιά; Τίποτε! Σας γράφει ούλους στα παλιά της τα παπούτσια. (Εν τζι έσιει τζιαι τζυνούρκα!).

Ωσπου εννά πάει τούτ' η κατάσταση; Εν κοτσιηνίζει η μουτσούνα σας που την αντροπήν; Πόσον τζαιρόν εννά δέχεστε να σας διά πάτσους κατάμουτρα τζιαι να μεν γυρίζετε τζι εσείς το σιέρι σας; Ωσπου εννά πάει τούν' το ρεζιλλίκκιν; Εγιώ ήρτα ξεπίτηδες που την Κύπρον, άφηκα τες δουλειές μου τζιαι τον λαό μου για να σας τα πω χύμα. Αμμέν κολλήσει τίποτε, η αντροπή εν δική σας.

Εγιώ είπουν το πολλές φορές τζι εννά το ξαναπώ τζιαι τωρά. Ούτε εγιώ, ούτε ο Κυπριακός λαός έχουμε σκοπόν να γινούμεν κορόϊδα της Τουρτζιάς. Εμείς τζιαι μανισιοί μας εννά συνεχίσουμεν τον αγώναν για να γινούν τζείνα που αποφασίσετε εσείς. Εμείς εν έχουμεν σκοπόν να γινούμεν ρεζίλιν τζιαι περιπαίξιμον του κόσμου".

Είπεν τους τζι άλλα. Είπεν τους, είπεν τους, ώσπου εξιφούσκαρεν. Οπως εγράψαν οι εφημερίες, άμαν ετέλειωσεν το λόον του, επισκαλίσαν του. Εν πιστεύκω να του πισκαλίσαν με την όρεξην τους. Πρέπει να το κάμαν με το στανιό.

Τωρά, εν ηξέρω αν θα κολλήσει τίποτε που τζείνα που τους είπεν. Τζείνον που ξέρω είναι ότι τα λόγια του εκάμαν μεγάλην εντύπωσην.

Αμαν ετέλειωσεν η συνεδρίαση, εβκέησαν ούλοι έξω. Αλλοι εκουβενκιάζαν μες τους ηλιακούς τζι άλλοι επήαν να πιουν καφέν. Ξέρετε,  σ' έτσι περιπτώσεις, με τουν' τον τρόπον κάμνουν τα σχόλια τους. Είσιεν, λοιπόν, δκυο-τρείς, που σαν επίνναν τον καφέν τους, είχαν τη συναφοράν του Σπυρή. Λαλεί ο ένας;

-"Είες, ρε, τον κοντοπότσην; Δκυο πιθαμές άθθρωπος τζιαι να μεν φοάται τζιαι να τα βάλλει με ούλον τον κόσμον; Εν επίστευκα ποττέ μου ότι τούτος ο μιτσής ήτουν νάσιει τόσο θάρρος".

Σύμπτωση, την ώραν που ελάλεν ο φίλος τούν' τα λόγια, έρεσσεν που τζιαιμαί ένας δικός μας. Εν τζιαι πήρεν του τζαιρόν. Εγύρισεν τζι είπεν του μιαν κουβένταν τζι άφηκεν τον με το στόμαν τ' ανοχτόν. Λαλεί του:

-"Εν μιτσής ο Σπυρής μας, αμμά εν ροτσής!"

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

5.6.78

 


                  Παπούτσιν που τον τόπο σου

 

Οι πρώτοι Κυπραίοι που ήρτασιν στην Αφστράλιαν ήταν μετρημένοι. Εζιούσαν ξανισμένοι τζει τζιαι δα τζιαι προσπάθαν ο καθένας με τον τρόπον του να φκάλει το ψουμίν του τζιαι να βάλει τζιαι καμμιάν μπακκίραν στην πάνταν για τα υστερινά του.

Εβρισκες που τζιαι που Κυπραίους που εκάμαν χαΐριν. Εκάμαν μιαν μικρήν περιουσίαν τζι εφαίνετουν πως εκαλοπερνούσαν. Μπορεί να τους εθώρες χαμογελαστούς γιατί εν ελείφκουνταν τίποτε, αμμά το γέλιον τους ήτουν πάντα ψεύτικον.

Εννά μου πείτε, γιατί; Ο λόος εν πολλά απλός. Οσα τζι αν εκάμασιν, πάντα είσιεν κάτι πον το είχαν. Τζιαι τούντο κάτι εν τζείνος ο αέρας του τόπου μας, τζείνη η μυρωθκιά του μαζιού τζιαι του θρουμπιού, η κουβέντα η κυπραίϊκη, οι παρέες οι αξήχαστες, τα αστεία με τους χωρκανούς, τα γλέντια στες ταβέρνες, τους φίλους που νηωθήκασιν μιτά τους. Τούτοι οι καμοί εν αφήνναν κανέναν να γελάσει με την καρκιάν του.

Ξέρετε τι πάει να πει να νυχτοξημερώννεσαι τζιαι να μεν ακούεις μιαν κουβένταν στη γλώσσα σου; Να μεν θωρείς έναν πλάσμαν που να σε καταλαβαίννει τζιαι να νοιώθει τον πόνο σου;

Σιγά-σιγά, με τον τζαιρόν, αρκέψαν να πολλυνίσκουν οι Κυπραίοι. Αθθυμάστε χαρές που κάμναμεν άμαν έρκετουν το "Πατρίς" τζιαι τ' άλλα παμπόρκα φορτωμένα με συντοπίτες μας; Εκατεβαίνναμεν ούλοι στο λιμάνιν να τους καλωσορίσουμεν  έστω τζι αμμέν είχαμεν δικούς μας. Εθέλαμεν ν' ακούσουμεν τη γλώσσα μας, να δούμεν φάτσες που μοιάζουν με τες δικές μας, ν' ακούσουμεν κανέναν νέον του τόπου μας που πρώτο σιέριν. Τούτον εδίαν μας τόση χαράν, που τα πλούτη ούλου του κόσμου εν εμπορούσαν να μας την δώσουν.

Μια φοράν ήρτεν ένας γνωστός μου που την Κύπρον τζι έφερε μου για δώρον μιαν πλάκαν με τραούθκια κυπραίϊκα. Ηταν το καλλίττερο δώρον που μώκαμεν άθθρωπος. Είχα ν' ακούσω τραούθκια κυπραίϊκα για πολλύν τζαιρόν.

Εναν άλλον πράμαν που εστερούμαστιν πολλά τα πρώρα χρόνια ήταν κάτι μεζεκλίκκια που είχαμεν στη Κύπρον τζιαι δαμέσα εν εμπορούσαμεν να τάβρουμεν. Εναν κομμάτι λουκάνικον, λλίην λούντζαν, λλίον σουτζιούκκον, μια σισαμόπιτταν, λλία πωρικά...

Αμαν έφερνεν κανένας τίποτε πο' τούτα, εκάμναμεν τα γιάωμαν. Μπορούσαμεν να δώκουμεν τη μισή μας περιουσίαν για ένα βούκκον. Αν πείτε για ποτά; Εκάμναμεν παναΰριν για μιαν πότσαν κοννιάκκιν κυπραίϊκον ή για μιαν πιννιάν ζιβανία.

Τωρά οι τζαιροί αλλάξασιν. Δόξα σοι ο Θεός, τα κυπραίϊκα ακούουμεν τα κάθε μέρα. Κυπραίϊκα τραούθκια ακούουμεν ως τζιαι που το ράδιον. Λουκάνια τζιαι σουτζιούκκον βρίσκεις μες τα μαχαζιά όσο θέλεις. Κυπραίϊκα ποτά, κοννιάκια, κρασιά, ως τζιαι κουμανταρίαν έσιει πόλικα. Ακόμα τζιαι καφέν του Λαϊκού Καφεκοπτείου τζιαι αφρόζαν βρίσκεις.

Με λλία λόγια εφέραμεν στην Αφστράλιαν ούλα τζείνα τα πράματα που μας αρέσκασιν όταν είμαστιν στον τόπο μας. Αλλά, άραε σου είμαστιν ευκαριστημένοι τωρά; Μπορούμεν να γελούμεν με την καρκιά μας;

Οϊ, φίλοι μου. Πάλαι κάτι μας λείπει. Μας λείπει η ατμόσφαιρα η κυπραίϊκη, ο αέρας του τόπου μας, το χωρκό μας, η γειτονιά μας. Τωρά προ παντός, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ο καμός που ζιούμεν μακριά που τον τόπο μας εν μας αφήννει να δούμεν μέραν καλήν. Διψούμεν να μάθουμεν πως περνούν τ' αδέρκια μας. Πως ζιουν οι πρόσφυγες, ήνταμ που γινήσκεται για το ζήτημα μας. Εννά λυθεί καμμιά φοράν οξά εννά τραβούμεν ως τον αιώναν τον άπαντα.

Για τούτον, άμαν έρτει κανένας που την Κύπρον που ξέρει κάτι παραπάνω που λλόου μας συναούμαστιν ούλοι γύρου του τζιαι με το στόμαν αννοιχτόν καρτερούμεν να μας πει δκυο κουβέντες παρηορκάς.Να μας δώκει λλίο θάρρος.

Εμείς οι Κυπραίοι της Αφστράλιας κόβκουμεν λλίον μακριά που την Κύπρον τζι εν νάκκον δύσκολον νάρκουνται που τζεικάτω αθθρώποι της Κυβέρνησης μας να μας θωρούν τζιαι να μας ενημερώννουν για τους αγώνες που κάμνουν οι συμπατριώτες μας για να δκιώξουν τον Τούρκον που τα μέρη μας.

Τελευταία, φαίνεται εκατάλαβεν το η Κυβέρνηση μας ότι πρέπει να μας αθθυμάται τζι εμάς πότε-πότε. Επεψεν μας τζαμπροού τον κύριον Χριστοδουλίδην που εν για τους Απόδημους. Ευκαριστηθήκαμεν το πολλά που ήρτεν τζι είδεν μας.

Τούντες ημέρες έχουμεν μιτά μας τον Αρχιεπίσκοπο μας τον Χρυσόστομον. Ηρτεν να μας δει, να μας πει τα βάσανα της Κύπρου τζι ήνταμ που μπορούμεν να κάμουμεν τζι εμείς για να βοηθήσουμεν το νησί μας που υποφέρει.

Ακούσαμεν τον τζι ευκαριστηθήκαμεν που μας έκαμεν το χαττήριν τζι ήρτεν τόσες σιηλλιάες μίλια για να μας επισκεφτεί τζιαι να μας ευλοήσει. Ο Θεός να του διά χρόνια.

Με τούτα ούλα που σας είπα έθελα να καταλήξω σ' ένα συμπέρασμαν. Πιστεύκω ότι ούλλοι εννά συφφωνήσετε. Η ξενηθκειά εν πάντα ξενηθκειά. Οσα καλά τζι αν έσιει, όσα πλούτη τζι αν αποχτήσουμεν, ποττέ μας εν θάμαστιν απόλυτα ευτυχισμένοι. Γιατί πάντα ο νους τζι ανανούς μας εννάν τζεικάτω, στη μιτσιάν, την αγαπημένη μας Κύπρο...

Η ξενηθκειά μοιάζει με τη μητρυιάν, που ότι τζιαι να κάμει εν ημπορεί ποττέ της να γινεί μάνα. Γιατί, όπως έγραψεν τζι ο μακαρίτης ο Λιπέρτης,

Ολόχρυσες η μητρυιά κορώνες να φορεί

τζι η μάνα μας ναν' φτωσιηκά μαντηλοσκουφωμένη,

καλλίττερην που λλόου της έν έσιει, με μπορεί.

Εμείς κάλλιον πισκάζουμεν πούμαστιν σκλαβωμένοι.

Στίβες λουρκά χάρισμαν αμέτρητες να δούμεν

με που τα ποχτενίθκια της μιαν μάλλαν εν διούμεν.

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

26.6.78

 

Τα στραβά τζιαι τα ανάποδα

 

Που τον τζαιρόν πούμουν μιτσής είχα το σύστημα νάμαι περίεργος. Αρεσκε μου να νεκατώννουμαι πόλα-σέλα. Εθελα να μαθθαίννω. Πολλές φορές τούτ' η συνήθεια μου έβκαιννε μου σε κακόν γιατί επάθθαινα όπως τα πίτερα που τα τρων οι όρνιθες. Τες παραπάνω, όμως, φορές με τούντο μπήξιμον της μούττης μου σε ούλλα, εθώρουν καταστάσεις τζι εμάθθαιννα πράματα που διαφορετικά ήταν αδύνατον να τα μάθω.

Αμαν ήρτα στην Αφστράλιαν είπα  να το κόψω τούντο σύστημαν, άμπα τζι έβρω τον πελά μου. Αμμά κόβκεται; Από 'σιει έσιει, όπως λαλεί τζι η παροιμία. Αφούτις έχω το που γεννήσιος μου, εν κόβκω. Ετσι, που την ημέραν πούρτα συνεχίζω το ίδιο φκιολίν. Το χτιν τζιαι το χτοσιέριν.

Εν για τούτον που ξέρω τόσα πολλά πράματα για την παροικία μας, για τα καλά τζιαι τα κακά της, για τα στραβά τζιαι τα ανάποδα της.

Εννεν λλίες οι φορές που ήβρα τον πελά μου αμμά πάλαι κάτω εν τα βάλλω. Εσιει πολλούς που εν με χωνεύκουν, μα οι παραπάνω λαλούν μου ότι καλά κάμνω.

Πρέπει να σας εξηγήσω δαμαί ότι εν τζι εν μανιχά η περιέργεια που με κάμνει να νεκατώννουμαι. Οϊ. Εν τζι η διάθεση μου να βοηθήσω να ισιώσουν τα στραβά τζιαι τα ανάποδα. Είπουν σας πως έχω πείραν πο τούντες δουλειές τζιαι θέλω να συμπουρκώ να γινήσκουνται δουλειές σωστές.

Μπορεί να με ρωτήσει κανένας:

-"Μα ήνταμ που θωρείς στραβόν τζι ανάποδον, κύριε Χωρκάτη;"

Εσείς ήνταμ που νομιζετε. Εμέναν, πάντως, η απάντηση μου εν μια άλλη ερώτηση:

-"Τζιαι ποιον πράμαν εν ίσιον; Εννεν ούλλα στραβά τζι ανάποδα;"

Τωρά, αν αρκέψουμεν να τα κατταρκάζουμεν εν θάβρουμεν με αρκήν με τέλειωσην.

Θέλω πολλά, εν η καρκιά μου καμένη, να τα πω μια σιερκάν τζι ότι τρέξ' ας κατεβάσει. Μα πάλαι σκέφτουμαι πως εν νάσιει πολλούς πον να τους κακοφανεί γιατί εν φταίστες.. Ξέρουν το, μα εν θέλουν να το παραδεχτούν. Να κάτσεις τωρά να τα βάλεις μιτά τους τζιαι να προσπαθείς να τους πείσεις πως έχουν άδικον, εν σαν να σπάζεις αφκά πας στον τοίχον.

Εν για τούτον που λαλώ που μέσα μου:

-"Κάτσε, γιε μου, στα βραστά σου να μεν ημπερτέψεις".

Να κάτσω στα βραστά μου, μια κουβέντα είναι. Εν κάθουμαι. Μπορεί να μεν τους τα πω που την εφημερίαν για να μεν τους προσβάλω, αμμά, άμαν τους ηβρίσκω ομπρός μου, εν τζιαι παίρνω τους τζαιρόν. Ψάλλω τους τα τζιαι που την καλήν τζιαι που την ανάποδην. Παραδέχουνται τα λάθη τους αμμά που το κάππα τζιαι κάτω εν κατεβαίννουσιν.

-"Ναι", λαλούν μου, "'εσιεις δικαιον. Εν σωστά που λαλείς μα εμείς εν το κάμνουμεν".

-¨Τζιαι γιατί, ρε κουμπάρε;"

-"Γιατί έτσι μας αρέσκει".

Ελα εσού τωρά νάβρεις λοαρκασμόν.

Είπα να μεν ηξισσιεπάσω τωρά πράματα τζιαι καταστάσεις γιατί πιστεύκω πως εν νάρτει η μέρα που εννά σάσουν τα πράματα. Πιστεύκω πως εννά κατεβεί ο νους τους τζι εννά κάμουν τζείνον πον σωστόν.

Ελπίζω τούτ' η μέρα να μέννεν μακριά. Γιατί αν η ξεροτζεφαλιά τζιαι το πείσμαν νικήσουν την λογικήν τζιαι το πατριωτικόν καθήκον, τότε εν ν΄αναγκαστώ να ποσσιεπάσω πολλά ονόματα τζι εννά βάλω τους πρωταίτιους στο καμνί για να δώκουν λόον στον κόσμον για τες πράξεις τους.

Μπορεί ν' απορείτε που τα λαλώ έτσι λλίον αφηρημένα τζι εν συναφέρνω ονόματα τζιαι καταστάσεις. Είπουν το που την αρκήν ότι σήμμερα εν θα συναφέρω ονόματα. Τούτα, όμως, που γράφω σήμμερα εν αναφέρνουνται σε μιαν μόνον κατάστασην μες την παροικία μας. Ταιρκάζουν σε τρεις-τέσσερεις. Ενεκατώθηκα σε ούλλες. Εκάμαμεν πολλές συζητήσεις. Εν εκαταλήξαμεν, φυσικά, σε μιαν απόφασην που ναν' δεχτή που ούλλους. Αμμά αφήκαμεν την πόρταν ανοιχτήν. Υποσχεθήκαν ούλλοι να βάλουν τα δυνατά τους να ισιώσουν τα στραβά τζιαι τα ανάποδα.

Πιστεύκω πως εννά κρατήσουν τον λόον τους. Αν ηψευκιάσουν... ε! τότε εννά τα φκάλω ούλα στη φόρα... τζι όποιον πάρ' ο Χάρος.

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

3.7.78

      
 

Οι σεισμοί

 

Εσιει είκοσι μέρες που ο Ελληνισμός που την μιαν νάκραν του κόσμου ως την άλλην εγίνηκεν ανάστατος. Ο λόος, όπως ξέρουμεν ούλλοι, εν το κακόν που ήβρεν την όμορφην κόρην του Θερμαϊκού, τη Θεσσαλονίκη μας.

Δυνατοί σεισμοί ερίψαν σπίθκια, εσκοτώσαν πλάσματα τζι εκάμαν αμέτρητες ζημιές. Ο κόσμος που τον φόον του έπισεν τα βούρη τζιαι ελάμνησεν κατά τους κάμπους για να γλιτώσει που την ορκήν του Θεού.

Εν ηξέρω αν σας έτυχεν καμμιά φοράν να βρεθείτε σε τόπον την ώραν πώκαμνεν σεισμόν. Μακάρι να μεν ηβρεθείτε ποττέ σας, γιατί εν πολλά ανακατσιαστικόν πράμαν. Σούζεται η γη τζιαι χαρκιέσαι πως γυρίζεις σαν την αγούραν. Κόμνεις σαν τον μεθυσμένον. Ο ουρανός φαίνεσται αου πων πάει να ππέσει πάνω σου. Εγιώ έτυχε να βρεθώ σε δκυο-τρείς σεισμούς.

Τον τζαιρόν πούμουν μιτσής, κοπελλούϊν τεσσάρων-πέντε χρονών, ο τζύρης μου ήταν χτηνοτρόφος στη Σκάλαν. Η Σκάλα - οι Κυπραίοι πρέπει να το ξέρετε - εν πολλά σεισμοπαθής. Κόθε λλίον τζαιρόν εσούζετουν η γη. Οι σεισμοί ήταν πράμαν συνηθισμένον. Ευτυχώς, όμως, εν ήταν δυνατοί τζι εν εκάμναν πολλές ζημιές. Εσπάζαν λλία παραθύρκα, εραΐζετουν κανένας τοίχος ή έππεφτεν καμμιά στιασιά που κανέναν παλιόσπιτον.

Αθθυμούμαι ότι η μάνα μου, άμαν ένωθεν το παραμικρόν σούσμαν, άρπασσεν με που το σιέριν τζι εκολλούσαμεν βούρος μες την αυλήν. Αμαν εσταμάταν το σούσμαν εξήγαν μου ότι άμαν γίνεται σεισμός έξω τζιαι βουρήσεις, όσες παθκιές κάμεις εννά ζήσεις τόσα χρόνια. Ετσι επιστεύκαν οι πρωτινοί. Η μάνα μου ελάλεν μου ακόμα ότι οι σιύλλοι καταλαβαίννουν πότε εννά γινεί σεισμός. Αμαν το μυριστούν, αρκέφκουν έναν λάξιμον παράξενον, σαν να λαλούν του κόσμου: "Εφκάτε έξω τζι εννά γινεί σεισμός".

Πόσες φορές εν μ' έφκαλες έξω στην αυλήν η μάνα μου, γιατί εφαίνεστουν της το λάξιμον τους σιύλλους παράξενον!

Στην Κύπρον, ξέρουμεν το ούλλοι, εγινήκαν πολλοί τζιαι μεγάλοι σεισμοί. Τζιαι στα παλιά χρόνια τζιαι στα νεόττερα. Η Σαλαμίνα, μια φοράν εκαταστράφηκεν τέλεια που σεισμόν. Τζιαι ο΄πως γράφει η ιστορία εξανάκτισεν την ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου. Οι κάτοικοι της για να τον ευκαριστήσουν αλλάξαν τ' όνομα της τζι εφκάλαν την Κωσταντίαν, που τ' όνομαν του αυτοκράτορα.

Σ' έτσι μεγάλες θεομηνίες πρέπει να βρεθεί κάποιος να βοηθήσει τον κόσμον που τα χάννει ούλλα σε μιαν άσσιημην ώραν. Ευτυχώς, η κοινωνία καταλαβαίννει τοπν πόνον τους τζιαι διά γενναιόδωρα.

Πριν κοσπέντε χρόνια εγίνηκεν πάλαι ένας μεγάλος σεισμός στη Πόφο. Κοτζιάμου βουνά ασσιηστήκαν τζιαι ολόκληρα χωρκά εκαταστραφήκαν. Το κακόν ήταν μεγάλον. Αμμέν εβρίσκετουν κόσμος που τη ξενηθκειάν τζιαι διεθνείς οργανισμοί, σαν τον Ερυθρόν Σταυρόν, να βοηθήσουν την Κύπρον, εν ηξέρω πόσα χρόνια ήταν να περάσουν ώσπου νάβρει το καημένον το νησί μας τα πόδκια του.

Δόξα σοι ο Θεός, όμως, επεράσαμεν. Ηπιαμεν το ποτήρι μας, όσο πικρόν τζι αν ήταν τζιαι είπαμεν "μη σιερόττερα".

Τούτον, όμως, πούβρεν την Θεσσαλονίκην, όπως λαλούσιν, εν κάτι πον εξαναγίνηκεν. Που εξανακούστηκεν, ολάκαιρες πολυκατοικίες να γινούν αλώνιν. Οι στράτες εγεμώσαν λουβίδκια τζι εσκοτωθήκαν ξέρω γιω πόσοι. Οπως γράφουν οι εφημερίες εν σαν να πέρασεν μπουλτόζα τζι έκαμεν τα ούλα γης Μαδιάμ.

Σκέφτουμαι τζι εγιώ τωρά. Τζείνος ο κόσμος ούλος πώχασεν τα σπίθκια του, τα υπάρχοντα του τζιαι τες περιουσίες του ήντα λοής εννά τα φκάλει πέρα.

Ευτυχώς, η Κυβέρνηση έβαλεν μποστά τη μηχανήν της τζι εμπάλλωσεν νακκουρίν τα πράματα. Αμμά οι ανάγκες εν πολλές τζιαι η βοήθεια που χρειάζεται αν πολλά μεγάλη. Για να γινεί η Θεσσαλονίκη όπως ήταν, πρέπει να βοηθήσουν ούλλοι τζιαι προ παντός οι Ελληνες της ξενηθκειάς.

Υστερα που ένα μεγάλο κακόν, έχουμεν το εμείς οι Ελληνες να μονοβουλιάζουμεν. Τζιαι πραγματικά, σηκώννεται η τρίχα σουάμα θωρείς ν' αρκέφκουν ούλλοι τες προσπάθειες να συνάξουν ριάλια για να πέψουν να ξανακτιστεί η Θεσσαλονίκη. Κόμνει να νοιώθεις περήφανος που είσαι Ελληνας!

Μιτσιοί τζιαι μιάλοι, φτωσιοί τζι αρκόντοι βάλλουν το σιέριν στη πούγκαν τζιαι διούν. Διούν γιτί ξ΄ρουν ότι το κάθε δολλάριον εννά χρειαστεί. Τζιαι καλά κάμνουν γιατί χωρίς τα χαλικούθκια το σπίτιν εν ηχτίζεται.

Για τούτον θέλω να δώκω μιαν παραντσιελλιάν, όϊ στους αρκόντους που κρατούν πολλά, αλλά στους φτωχούς που σκέφτουνται τζιαι το τελευταίο σεντ για να μπορέσουν να πιερώσουν τα μπίλια τους. Δώστε ότι μπορείτε. Μεν ηστενοχωρκέστε πως εν λλία που διάτε. Τζιαι το δολλαριούϊν εν καλόν. Ξύρετε την παροιμίαν που λαλεί "φασούλιν-φασούλιν γεμώννει το σακκούλιν".

Ξέρω το ότι πολλοί εννά πουν πως εννά τους περιπαίζουν αν δώκουν λλία. Εγιώ λαλώ σας δώστε όσα μπορείτε τζιαι το ευκαριστώ εν το ίδιον.

Ευκαριστίθηκα πολλά εχτές που άκουα το ράδιον που έκαμνεν έρανον για τη Θεσσαλονίκην. Ηταν πολλά συγκινητικόν ν' ακούεις τον κόσμον να διά με την καρκιάν του. Εσυγκινήθηκα τόσον πολλά που αποφάσισα να πάω τζι εγώ μες το σταθμόν για πω έναν πράβο σε τζείνους που κάμαν τον έρανον. Εχαρκούμουν πως ήταν μανιχά δκυο-τρείς, μα όπως είδα ήταν καμμιά πεηνταρκά. Αλλοι στα τηλέφωνα, άλλοι στα μικρόφωνα, άλλοι επαίρναν τζι εφέρναν μηνύματα.... ολόκληρον παναΰριν.

Αμαν τζι εία τους έμεινα με το στόμαν ανοιχτόν, αμμά το "πράβο" είπα τους το. Τζιαι ξαναλαλώ τους το τζιαι τωρά:

-"Πράβο σας, τζι άξος ο μιστός σας!"

Εν ηξέρω πόσα ριάλια εσυναχτήκασιν αμμά φαίνεσται μου εν καμπόσα. Εννά μας πούσιν.

Αμαν έφυα που το Σταθμόν, είπα να πάω τζιαι νάκκον στην Κυπριακήν Κοινότηταν. Εξερα πως κάθε Κυριακήν νύχταν κάμνουν Οικογενειακήν Βραδιάν. Αμαν έφτασα, το χολ ήταν γεμάτον. Εν ήβρα τόπον να κάτσω. Επαραξενεύτηκα.

-"Μάνταμ που τρέσιει, ρε κοπέλια", ερώτησα τους τζείνουν που ήταν στην πόρταν.

Λαλούν μου:

-"Πόψε, ότι πιάσουμεν εννά τα δώκουμεν για τον έρανον της Θεσσαλονίκης τζιαι ο κόσμος ήρτεν να υποστηρίξει. Εβάλαμεν στόχον να εισπράξουμεν σιήλια δολλάρια. Ο Πρόεδρος, μάλιστα, υποσχέθηκεν ότι αμμέν τα εισπράξουμεν εννά τα ποσώσει η Κοινότητα.

Θύλετε πιστέψετε το, αν θέλετε μεν το πιστέψετε, εγεμώσαν τα μάθκια μου. Εσυγκινήθηκα που το σκεφτήκαν οι συμπατριώτες μου να δώκουν στον έρανον για την Θεσσαλονίκην. Εσυγκινήθηκα γιατί ξέρω ότι έχουν τζι άλλα πράματα να κάμουν. Ομως εσκεφτήκαν τζιαι το καθήκον τους απέναντι στ' αδέρκια μας που τους έλαχεν έτσι μεγάλον κακόν.

Ας έχουν τες ευτσιές μου τζείνοι που σκέφτουνται τον άλλον την ώραν της δυστυχίας του.

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

10.7.78

 

Τράβα με τζι ας κλαίω

 

Τον τζαιρόν πούμουν έτσι μιτσίν κοπελλούϊν, τζιαι παρπάτου μες τες στράτες ανυπόλυτος, άρεσκεν μου πολλά να πααίννω στους γάμους, να τρυπώννω μπροστά-μπροστά για να θωρώ τους χορευτάες τζιαι ν' ακούω το φκιολίν. Οι γάμοι τζείν' τον τζαιρόν, ήταν μεγάλο γεγονός. Εκρατούσαν τέσσερεις - πέντε μέρες, όϊ σαν  σήμμερα που ώσπου να δεις τζιαι να πεις παντρεύκουνται τζιαι ξημπερτεύκουν.

Αθθυμούμαι ότι, άμαν εφέρναν το αντρόϋνον που την εκκλησιάν, εσυνάουνταν ούλοι, αθθρώποι τζιαι γεναίτζες, κοπέλια τζιαι κοπέλλες τζι εμείς τα κοπελλούθκια, μες την αυλήν του γαμπρού τζι άρκεφκεν ο χορός. Πόσες φορές εν εγίνηκεν καφκάς ποιο ζευκάριν εννά χορέψει πρώτον! Τα κοπέλια εθωρούσαν τες κοπέλλες καρτζίν τους τζι ο καθένας έθελεν να δείξει πως ήταν πιο λεβέντης τζιαι πιο καλός χορευτής που τον άλλον.

Αρκέφκαν που τον πρώτον, ύστερα στο δεύτερον, στον τραουδιστόν, τον μπάλον τζι

ετελειώναν με τον συρτόν. Στο συρτόν ετραβούσαν τζι άλλους μέσα τζι εχορεύκαν ούλοι που γυρόν.Τα κοπέλια εν εθέλαν παρακάλιον. Αμαν τους ελαλούσαν ελάτε μέσα, εδιούσαν μέσα γιατί εθέλαν ούλοι να δείξουν πως εν καλοί χορευτάες. Τζι οι κορούες ποτζεί καρτζίν εκαμαρώνναν τους.

Υστερα αρκέφκαν οι γεναιτζίσιμοι χοροί. Συνήθως εφκαίνναν πρώτα δκυο μεσοτζαιρίτισσες παντρεμένες τζι εχορεύκαν τους καθιερωμένους κυπριακούς παραδοσιακούς χορούς. Αμαν έρκετουν η ώρα του συρτού ετραβούσαν στο χορόν τες κοπελλούες τες ελεύθερες για να χορέψουν τζιαι να τες καμαρώσουν οι νέοι που εκάθουνταν γύρου-γύρου. Οι κοπελλούες εκάμναν κούτζιν, εκάμναν, τάχατες, πως εν εθέλαν να χορέψουν. Αμαν οι χορευτίνες εκάμναν να φύουν για να τραβήσουν άλλην κοπέλλαν, άκουες την αντροπιάραν να τους λαλεί με χαμηλή φωνήν:

-"Τράβα με, θκεια, τράβα με τζι ας κλαίω".

Καμμια φοράν η συφφωνία εγινήσκετουν που πριν. Οι κοπέλλες ελαλούσαν στες χορευτίνες:

-"Την ώραν του συρτού νάρτεις να με τραβήσεις τζι εμέναν, θκειά. Αν κάμω κούτζιν, εσού τράβα με τζι ας κλαίω".

Ετσι εγινήσκετουν τότες. Εμείς είμαστιν μιτσιοί τζι εν μας ελοαρκάζαν αν ακούαμεν τζείνα που λαλούσαν. Εμέναν, όμως, εμείναν μες το νου μου ως τωρά. Ακόμα εν ημπορώ να εξηγήσω γιατί εκάμναν κούτζιν αφού εθέλαν να χορέψουν. Οι σημερινές, που να κάμουν έτσι πράματα! Αμαν ακούσουν τον φκιολάρην να ρινίζει το φκιολίν του, σηκώνουνται πάνω τζιαι με παρακάλια θέλουν με τίποτε.

Τούτη η μόδα του "τράβα με τζι ας κλαίω" εσυνεχίστηκεν τζιαι συνεχίζεται μέχρι σήμμερα, όϊ στο χορόν, όμως, αλλά σε άλλα πράματα. Εσιει πολλύν κόσμον που θέλει να κάμει κάτι, που θέλει να πιάσει μια θέσην, ένα φίτσιον, τζιαι κάμνει πως εν θέλει, κάμνει κούτζιν. Κάμνει το για να τον παρακαλέσουν, να φανεί πως έννεν τζείνος που επιδιώκει τη θέσην, μα πως τον ηζητά ο κόσμος.

Τούντην αρώσκειαν είσιεν την τζι ο μακαρίτης ο Μακάριος. Ελάλεν πως εν έθελεν να ξαναμπεί Πρόεδρος αλλά "αν με ζητήσει ο λαός μου είμαι υπόχρεος να δεχτώ την εντολήν". Τζι ο λαός, όϊ μανιχά εζήταν Τον αλλά απαιτούσεν να δεχτεί την Προεδρίαν. Τζι ο Μακάριος, λοιπόν, εφάρμοζεν το "τράβα με τζι ας κλαίω".

Αθθυμούμαι μια φοράν, σε μια Συνέλευσην της Κοινότητας, έθελα πολλά να με προτείνουν για να κάμω κάτι που μου άρεσκεν. Αντρέπουμουν, όμως, να σηκώσω το σιέρι μου πάνω τζιαι να πω ότι θέλω να το κάμω εγιώ. Εγύρισα, λοιπόν στον διπλανόν μου τζιαι λαλώ του:

-"Πρότεινε με, ρε, πρότεινε με να το κάμω εγιώ".

Εσηκώστην πάνω ο φίλος τζιαι λαλεί:

-" Προτείνω να το κάμει ο Χωρκάτης. Εν καλός για την δουλειάν τούτην".

-"Δέχεσαι, κύριε Χωρκάτη:" ερώτησεν με ο Πρόεδρος.

-"Μμμμμμ...". Εκαμνα τζιαι κούτζιν. Εθελα να με παρακαλέσουν. Ο Πρόεδρος, όμως, εξανάκαμεν την ερώτησην του χωρίς παρακάλια:

-"Κύριε Χωρκάτη, δέχεσαι; Ναι οξά όϊ".

Ηνταμ πούταν να πω, ο καημένος. Εσηκώστηκα πάνω τζιαι λαλω του:

-"Δέχουμαι, κύριε Πρόεδρε, δέχουμαι".

Οπως σας είπα στην αρκήν έσιει πολλύν κόσμον που του αρέσκει το "τράβα με τζι ας κλαίω". Επρόσεξα το τζιαι πριν δκυο-τρείς εφτομάδες που εβάλλαν υποψηφιότητες για το Συμβούλιον της Κυπριακής Κοινότητας. Είσιεν πολλούς που ελαλούσαν τους διπλανούς τους:

-"Πρότεινε με τζι εμέναν".

Το πιο ωραίον που ούλα είναι να σε προτείνουν τζιαι να μεν θέλεις. Τζιαι μάλιστα να δηλώνεις κατηγορηματικά πως εν θέλεις να μπεις υποψήφιος. Χαραχτηριστική είναι η περίπτωση γνωστού μέλους του Συμβουλίου της Κοινότητας, το οποίον εδήλωσεν ότι δεν θα ξαναμπεί στο Συμβούλιον τζιαι δεν θα δεχτεί υποψηφιότηταν γιατί θέλει να δώκει παραπάνω προσοχήν στην δουλειάν του. Αμαν τον επροτείναν, όμως, τζι επαρακαλέσαν τον τζιαι νακκουρίν, λαλεί:

-"Ε! αφού επιμένετε, εννά δεχτώ".

Τζι εδέχτηκεν.

Η άλλη περίπτωση εν τζείνη του Προέδρου μας. Είπαν μου ότι έθελεν να παραιτήσει πριν πεντέξι μήνες. Είπεν τους, μάλιστα, ότι παραιτά. Που να τον αφήκουν, όμως. Εσηκωστήκαν ούλοι πάνω του.

-"Εν δεχούμαστιν την παραίτηση σου. Πρέπει να μείνεις, τουλάχιστον ώσπου να τελειώσει η θητεία σου. Η Κοινότητα χρειάζεται σε. Που να γυρεύκουμεν Πρόεδρον έτσι παράτζαιρα".

Φωνή λαού, φωνή Κυρίου. Υποχρεωτικά ο Πρόεδρος εδέχτηκεν να παραμείνει να τελειώσει την θητείαν του. Αλλά είπεν τους:

-"Αμαν τελειώσει η θητεία του Συμβουλίου εν πρόκειται να ξαναμπώ. Αρκετά εδούλεψα. Εν θέλω να με βιάσει κανένας. Εχουμεν τζιαι οικογένειαν. Τούτος εν ο τελευταίος μου λόος. Ας δουλέψουν τζι άλλοι".

-"Εν τάξει, κύριε Πρόεδρε", είπαν ούλοι, "εσού μείνε τωρά τζι ως τον τζαιρόν των εκλογών, θωρούμεν τζιαι κάμνουμεν".

Ηρτεν ο τζαιρός των εκλογών. Εμπήκαν οι υποψηφιότητες τζι ο Πρόεδρος εκράτησεν τον λόον του τζι εν έβαλεν. Αμμά οι πειρασμοί αφήννουν το πλάσμαν να ησυχάσει; Επιάσαν τον ποτζεί-ποδά, γνωστοί τζιαι φίλοι, πε τζιαι να πει εκαταφέραν τον.

Αραε σου, εκαταφέραν τον οξά εφάρμοσεν τζιαι τούτος το "τράβα με τζι ας κλαίω".

Εν το ξέρω για να πω την αλήθκειαν. Αν τον ρωτήσω, άραε σου, εννά το παραδεχτεί; Εν το πιστεύκω.

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

30.10.78

 

Στον Ο.Η.Ε.

 

Οπως εγράψαν οι εφημερίες, σήμερα επρόκειτουν ν' αρκέψει να συνεδριάζει ο ΟΗΕς για το Κυπριακόν. Η Κυπριακή Κυβέρνηση με τον Σπυράκην στο τεμόνιν, αποφάσισεν να κάμει άλλη μιαν προσφυγήν, πέρκι καταφέρουν οι μιάλοι την Τουρτζιάν να συνάξει τον νουν της τζιαι να βάλει φτιν στες αποφάσεις που έφκαλεν ως τωρά ο ΟΗΕς.

Εσιει τέσσερα χρόνια τζιαι κάτι μήνες που οι Τούρτζιοι επατήσαν το νησί μας, με την πρόφασην να επιβάλουν την τάξην τζιαι την ειρήνην, ύστερα που το πραξικόπημαν της Χούντας. Η τάξη τζιαι η ειρήνη αποκατασταθήκασιν (όϊ που την Τουρτζιάν) αμμά η Τουρτζιά τον χαβάν της. Εστροντζυλόκατσεν στην Κύπρον τζι εν λαλεί να ταράξει. Σαν να της την εκοτσιαννιάσαν.

Εσιει που τον τζαιρόν της εισβολής, που ο ΟΗΕς, το ανώττερον τούτον σώμαν του κόσμου, παίρνει κάθε χρόνον απόφασην πας στην ουσίαν του Κυπριακού, λαλεί τους Τούρκους ότι πρέπει να πιάσουν τον στρατόν τους τζιαι να πάσιν έσω τους. Ν' αφήκουν τους Κυπραίους, Ελληνες τζιαι Τούρκους, να κανονίσουν τες διαφορές τους, αν έχουν, μανισιοί τους. Οϊ να τους σουξουλούν τζιαι να τους αρτύζουν ότι οι Ελληνες μισούν τους Τούρκους τζι εν θέλουν να τους δούσιν. Είπεν τους, κόμα, ο ΟΗΕς ότι οι πρόσφυγες πρέπει να πάσιν έσσω τους, στα σπίθκια τζαι στες περιουσίες τους, χωρίς τον φόον του σιεπέττου.

Μα η Τουρτζιά; Στου κουφού την πόρταν! Βάλλει που τόναν τζιαι φκάλλει που τ' άλλον. Κάποτε-κάποτε, για τα μμάθκια του κόσμου, φαίνεται πως ακούει, για να μεν γινεί ρεζίλιν. Αμαν φύει που τον ΟΗΕ, όμως, ξηχάννει τες υποσχέσεις της τζιαι παίζει τον πελλόν.

Πριν λλίον τζαιρόν, με τα λοούθκια της, τα καμώματα της τζιαι με τες ψεύτικες υποσχέσεις της εγέλασεν τζιαι του Προέδρου της Αμερικής, του Κάρτερ, τζι έπεισεν τον να σηκώσει πόλεμον να καταφέρει τους Αμερικάνους να σηκώσουν το εμπάργκο που της εβάλασιν.

Αμαν εγίνηκεν το δικόν της, άρκεψεν πάλαι το χαβάν της. Ούτε που σκέφτεται τζείνα που υποσχέθηκεν. Ακόμα προχτές εγράψαν οι εφημερίες πως ο Κάρτερ εμετάνωσεν το που επήρεν την πάρταν της. Μα το πουλλίν επέτασεν.

Η Κυβέρνηση μας, πώμαθεν πόξω τζι ανακατωτά την πολιτικήν της Τουρτζιάς, εσκέφτηκεν ότι, αφού το ρεζιλλίκκιν εν κολλά πάνω της, να φροντίσει νάβρει άλλους τρόπους. Πόλεμον εν μας περνά να κάμουμεν τζι ούτε τον θέλουμεν. Η δύναμη μας βρίσκεται στο δίκαιο μας. Τζιαι για το δίκαιο μας συφφωνούν ούλα τα κράτη του κόσμου. Τούντη φορά που πάμεν στα Ηνωμένα Εθνη, εν πάμεν για να φκάλουν αλλόναν ψήφισμαν σαν τα προηγούμενα, που εννά το γράψει πάλαι η Τουρτζιά στα παλιά της τα παπούτσια. Τούντη φοράν η Κυβέρνηση μας εννά ζητήσει που τον ΟΗΕ να έβρει τρόπους να πείσει την Τουρτζιάν να εφαρμόσει τες αποφάσεις που έφκαλλεν για τέσσερα χρόνια.

Τωρά, αν θα τα καταφέρουμεν να πείσουμεν τα κράτη του κόσμου να κάμουν τούτον που θέλουμεν, εν άλλου παπά ευαγγέλια. Ξέρουμεν ούλλοι ότι η αθθρωπιά ελλίανεν. Ωσπου μας συφφέρει έναν πράμαν ή ώσπου εν κάμνει ζημιάν στα συφφέροντα μας, υποστηρίζουμεν το. Αμα δούμεν, όμως, ότι εννά επηρεάσει την πούγκα μας ή άλλα συφφέροντα μας, φκαίννουμεν έξω τζιαι που τες αρχές μας, που τα ιδανικά μας τζιαι που τα πιστεύω μας.

Οπως τζιαι πέρσυ, την αντιπροσωπείαν μας στα Ηνωμένα Εθνη εννά την βοηθά μια διακομματική επιτροπή που την αποτελούν οι αρχηγοί ούλων των πολιτικών κομμάτων της Κύπρου.

Που το κόμμαν του Κυπριανού, το ΔΗΚΟ, πάει ο Αλέκος Μιχαηλίδης που εν τζιαι Πρόεδρος της Βουλής.

Το ΑΚΕΛ πέμπει τον Γενικόν του Γραμματέαν, τον Εζεκίαν Παπαϊωάννου, τον Πάπην, όπως τον λαλούν στην Κύπρον.

Που την ΕΔΕΚ πάει ο Πρόεδρος της, ο γιατρός ο Βάσος ο Λυσσαρίδης.

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός, ΔΗΣΥ, πέμπει τον αρχηγόν του, τον Γλαύκον Κληρίδην.

Με τούτους ούλους στο πλευρόν της αντιπροσωπείας μας, εν πιστεύκω να γελαστεί τζιαι να ππέσει σε γκάφαν. Είμαι σίουρος ότι, όσες τρικλοποθκιές τζι αν μας βάλουν οι εχθροί μας, εννά τες τρασσιελίσουμεν τζι εν θα την πατήσουμεν σαν τους χάννους.

Εξάλλου, ο αρχηγός της αντιπροσωπείας μας, ο Νίκος ο Ρολάνδης που εν Υπουργός των Εξωτερικών, ξέρει καλά τη δουλειάν του. Εννεν χάππιν τους. Φκαίννει που το χάκκιν τους. Με όπλον του τες προηγούμενες αποφάσεις  του ΟΗΕ, εννά πολεμήσει για να κάμουν ότι κάμουν να εφαρμόσουν τες δικές τους αποφάσεις.. Αμμέν τα καταφέρει, πάει να πεί ότι εχάθηκεν η αθθρωπιά που τον κόσμον, πράμαν πον το πιστεύκω. Την αθθρωπιάν χάννουν την κάτι αθθρωπούθκια, όϊ κοτζάμου κυβερνήσεις που αντιπροσωπεύουν ούλην την υφήλιον τζιαι που φωνάζουν μέραν-νύχταν ότι σκοπός τους είναι η επικράτηση του δικαίου!

Οι Τούτρζιοι άμαν ακούσασιν πως ξαναπάμεν στον ΟΗΕ, τζιαι ήνταμ πον να ζητήσουμεν, ελυσσιάσαν που το κακόν τους. Ο αρχηγός τους, ο Ντεκτάς, εφώναξεν τα πρωτοπαλλήκαρα του σε συνεδρίασην τζι αποφασίσαν τζιαι τούτοι να πέψουν αντιπροσωπείαν στα Ηνωμένα Εθνη. Αρχηγός της, φυσικά, εννάν ο Ντεκτάς ο ίδιος. Εννά πάει τζι εννά προσπαθήσει πάλαι να τα καταφέρει να μιλήσει στη Γενικήν Συνέλευσην. Εκαμεν το τζι άλλες φορές μα εν τα κατάφερεν. Εκάμαν του σαν του σσιύλλου του ψώρη, τζι έφυεν με τον νούρον μες τ' ασσιέλλια του. Αμμά, κολλά το νερόν πας το κολοκασόφυλλον; Ποιος έχασεν την αντροπήν τζι εννά την έβρει τούτος;

Εσιει πολλούς ακόμα που πιστεύκουν τες ψευκιές που σερβίρει η τουρκική προπαγάνδα. Οτι τάχα οι Ελληνες τζιαι οι Τούρτζιοι της Κύπρου εν σαν τους σιύλλους τζιαι τους κάττους, πον ημπορούν να ζήσουν αντάμα. Την περασμένην εφτομάδαν, όμως, εδκιάβασα στες εφημερίες ότι στην Ποταμιάν της Κύπρου ζιουν ακόμα αγαπημένοι Ελληνες τζιαι Τούρτζιοι που ούτε τσακώνουνται ούτε τρώουνται αναμεταξύν τους. Επισκέφτηκεν τους, μάλιστα, τζι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τζιαι είδεν με τα μμάθκια του την αγάπην τζιαι την συνεργασίαν που επικρατεί. Ο αρχηγός τους Τούρκους, που επροσφώνησεν τον Πρόεδρον, είπεν τζείνα που λαλούμεν τζι εμείς κάθε μέρα:

-"Η Κύπρος εν έναν μικρό νησίν τζιαι πρέπει να μείνει μονοκόμματον, ανεξάρτητον, με δίχα ξένα στρατεύματα. Οι Τούρτζιοι τζιαι οι Ελληνες εζήσαν τόσα χρόνια μαζίν τζι εν είχαν ποττέ τους καφκάες. Μπορούν τζιαι σήμμερα να ζήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον. Πρέπει ούλοι αντάμα, χωρίς ξένους στρατούς μες τα πόθκια μας, να δουλέψουμεν για το καλόν τζιαι την πρόοδον της πατρίδας μας, της Κύπρου μας".

 

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

6.11.78

 

Κάψε με τζιαι βάρ' μου μύξαν!

 

Οι πρωτινοί εξέραν γιατροσόφκια για ούλες τες αρρώσκειες. Επειδή οι γιατροί ήτουν δυσεύρετοι - που πολλά μιτσιά χωρκά μπορούσαν να περάσουν χρόνια να δουν γιατρόν - έπρεπε νάβρουν τον δικον τους τον τρόπον να γιατρεύκουν την πάσα λοής αρρώσκειαν. Εδοκιμάζαν, λοιπόν, έναν πράμαν τζι αν έκαμνεν καλόν στον άρρωστον, εγινήσκετουν συνταγή.

Ετσι ήβρασιν "γιατρικά" για τες διάφορες αρρώσκειες. Αμαν ακούσετε για τα "γιατρικά" που εχρησιμοποιούσαν εννά νομίσετε ότι σας περιπαίζω. Μα έσιετε τον λόον μου πως σας λαλώ την αλήθκειαν.

Ακόμα τζιαι σήμμερα, μες τον εικοστόν αιώναν, έσιει κόσμον που πιστεύκει πως τα γιατρικά τους πρωτινούς εν καλλίττερα που τα γιατρικά που μας διούν οι γιατροί.

Τα κοτσιρογάουρα, το κατούρημαν του μωρού, η μύξα, ο σταχτός, ο σκόρτος, το κρομμύν, το μελάνιν τζι άλλα απλά πράματα ήτουν για τους παππούες τζιαι τους προπάππους μας γιατρικά πρώτης γραμμής.

Για ποιαν αρρώσκειαν εχρησιμοποιούσαν τα πράματα που σας είπα εν είμαι σίουρος γιατί εν έκαμα ποττέ μου τον ψευτογιατρόν. Αθθυμούμαι, όμως, ότι άμαν έναν μωρόν εξύπναν τζιαι τα μμάθκια του ήταν γεμάτα γαρίλλες ή υπόφερνεν με τα μμάθκια του, ενύφκαν το με το κατούρημαν του ή με το κατούρημαν άλλου μωρού.

Αμαν ένας εκάφκετουν με νερό βραστόν ή με λάδιν εβάλλαν του μύξαν για να γιάνει.

Μια φοράν, όταν ήμουν μιτσής, έβαλεν με η μάνα μου να τηανίσω αυκά πας τη νησκιάν. Εβαλα το τηάνιν με το λάδιν πάνω τζι άφηκα το να βράσει. Επιασα ύστερα έναν αυκόν, έσπασα το τζι έριψα το μες το λάδιν το βραστόν. Επειδή η νησκιά ήταν χαμηλή τζι εγιώ εξαπόλυσα το αυκόν που ψηλά, άμαν έππεσεν μες το λάδιν επιτσικλιάστηκεν τζιαι κάμποσες πιτσίκλες εππέσαν πας το πόδι μου. Ημουν τζιαι με τα κοντοτσιάτταλα τζι ώσπου να δεις τζιαι να πείς το λάδιν το βραστόν έκαμεν την δουλειάν του. Εσηκωστήκαν πά στο πόδι μου κάτι παμπούλες μεγαλλίττερες που τα ππιριλιά. Εγιώ, εν τω μεταξύ, έβαλα τες φωνές τζιαι τα κλάματα.

Ακουσε με η μάνα μου τζι ήρτεν βουρητή. Αμαν είδεν ήνταμ πώπαθα εν έχασεν τζαιρόν. Ετσι όπως ήταν τζιαι λλίον συναχωμένη, εφύσησεν την μούττην της, έφκαλεν μια μυξάραν τζι άπλωσεν την πας τες παμπούλες του ποδκιού μου.

-"Μεν κλαίεις, το γιο μου", είπε μου, "ύστερα που λλίον εννά γινείς μια χαρά".

Εν αθθυμούμαι αν εγίνηκα μια χαρά ύστερα που λλίον. Εμεινεν, όμως, στο μυαλό μου πως για το κάψιμον εν η μύξα.

Σήμμερα, το κάψιμον τζιαι η μύξα επήαν μαζίν τζι εκάμαν μιαν παροιμίαν που έσιει μεγάλον νόημαν: "Κάψε με τζιαι βαρ' μου μύξαν".

Τούτη η παροιμία ταιρκάζει σε πολλές περιπτώσεις. Στην Κύπρον ακούεται ταχτικά, προ παντός στο τέλος κάποιας θλιβερής ιστορίας. Ακούστε μερικά παραδείγματα:

Ητουν μια φοράν δκυο φίλοι που είχαν μαχαζίν ό ένας δίπλα στον άλλον. Οι δουλειές τους εν επηαίνναν καλά. Για να πιάσει ο ένας τους πελάτες του άλλου έριφκεν τες τιμές. Υποχρεωτικά, έριφκεν τες τζι ο άλλος. Ο ένας, όμως, είσιεν γόνατον, εκράτεν ριάλια τζι άντεξεν τον συναγωνισμόν. Ο άλλος, όμως, έσπασεν, επάττισεν.

Εβάωσεν το μαχαζίν τζι ετρέχαν τον που ταπισόν οι 'ρκωφελέτες. Η οικογένεια του εδυστυχούσεν, τα κοπελλούθκια του εμείναν νηστικά τζι ανυπόλητα.

Μιαν ημέραν επήεν έσσω του ο πρώην συνάδερφος του, που εγίνηκεν αφορμή να παττίσει. Τωρά πώμεινεν μανιχός του επηαίνναν καλά οι δουλειές τζι οι πούντσιες του ήταν γεμάτες ριάλια.

Επειδή έξερεν την κατάστασην του φίλου του επήεν να τον βοηθήσει. Εφκαλεν που την πούγκαν του δκυο-τρία πεντόλιρα τζι έκαμεν να του τα δώκει. Τζιαι λαλεί του:

-"Ελα, κουνπάρε, πιας τούντα ριάλια να περάσεις ως τζείθθεμερου. Ξέρω πως έσιεις ανάγκην".

-"Ευκαριστώ σου πολλά, κουμπάρε, φύλαξε τα ριάλια σου. Εσού ήσουν η αφορμή για να παττίσω τζιαι τωρά έρκεσαι να με βοηθήσεις; Οξά εμοιάσαμεν της ιστορίας που λαλεί κάψε με τζιαι βαρ' μου μύξαν;".

Ο φίλος έβαλεν τα μούτρα μες στ' ασσιέλλια του τζι έφυεν σαν τη βρεμένην κάτταν.

Ενας άλλος, πάλαι, έκαμεν ότι εμπορούσεν να χάσει ο φίλος του το καλόν όνομαν πούσιεν μες τον κόσμον. Εβαλλεν σουξουλιές πόλα-σέλα. Εκατηγόραν τον πως εν αχαΐρευτος, πως εν κουμαρπάζεις, πως μεθολοά μέραν-νύχταν τζι ένα σωρόν άλλα πράματα.

Ο Θεός, όμως, εν τζι εν Αρβανίτης. Αγαπά τζιαι τον κλέφτην αμμά αγαπά τζιαι τον νοικοτζύρην. Μερικοί πο' τζείνους που ακούαν τες κατηγορίες του "φίλου", επηαίνναν τζιαι λαλούσαν του το του άλλου. Ετσι, έξερεν τα κατορθώματα του "φίλου" του.

Οταν, κάποτε, εβρεθήκαν οι δκυο τους τζι εκάτσαν τζι εκουβενκιάζαν, ο "φίλος" έκαμνεν του άλλου ένα σωρόν κομπλιμέντα, ότι τον αγαπά τζιαι τον εχτιμά γιατί εν καλός άθθρωπος τζιαι καλός νοικοτζύρης..

Ο άλλος άκουεν τζι εσιώπαν. Αμαν ετέλειωσεν, γυρίζει τζιαι λαλεί του:

-"Ναι, κουμπάρε. Κάψε με τζιαι βάρ' μου μύξαν. Πίσω μου εν μεινίσκει λόος πον τον λαλείς για με κατηγορήσεις τζιαι ομπρός μου παίζεις μου τον φίλον. Πρέπει να ξέρεις ότι μες τούντον κόσμον εν μεινίσκει τίποτε μυστικόν. Ούλλα μαθθαίννουνται στο τέλος. Για νάσαι φίλος, για μα μεν είσαι!"

Αφορμήν για να γράψω τούντο κομμάτιν έδωκεν μου κάποιον πρώην μέλος του Συμβουλίου της Κοινότητας, που εμαυρίστηκεν στες τελευταίες εκλογές. Εβρεθήκαμεν προχτές τζι άμαν τζι είδε με, επειδή ξέρει πως νεκατώννουμαι μες τα παροικιακά τζι αρέσκει μου να μαθθαίνω νέα, γυρίζει τζιαι λαλεί μου:

-"Εμαθες τα νέα, κύριε Χωρκάτη;"

-"Ποια νέα; Πως εν εψηφίστηκες μες το Συμβούλιο, ξέρω το. Εσιει άλλα νέα;"

-"Πως εν εψηφίστηκα εμάθαν το τζι οι όρνιθες. Τούτον που εννά σου πω, όμως, εν το ξέρει κανένας".

-"Λάλε, να δούμεν".

-"Εγραψεν μου ο Γραμματέας της Κοινότητας".

-"Σπουδαία τα λάχανα. Εν νέον τούτον;"

-"Περίμενε να δεις ήνταμ που μου γράφει τζι ύστερα να πεις αννέν νέον".

-"Ηνταμ που σου γράφει;"

-"Γράφει ότι το Διοικητικό Συμβούλιον της Κοινότητας εκτιμά τες υπηρεσίες που επρόσφερα τζιαι καλλιεί με να πηαίννω στες συνεδριάσεις του για να βοηθώ με την πείρα μου.".

-"Πράβο τους! Αφού εσκεφτήκαν έτσι πράμαν σημαίνει ότι εν αθθρώποι με νουν.  Εν γεγονός ότι η Κοινότητα χρειάζεται μας ούλους. Τζιαι πρέπει ούλοι να βοηθούμεν. Πολλά καλή η ιδέα τους να σου πέψουν τούντο γράμμα".

-"Οϊ, κύριε Χωρκάτη. Οι παραπάνω που εν μες το Συμβούλιον τωρά, εν τζείνοι που εκάμαν ότι εκάμαν για μεν ηφκώ. Τωρά θέλουν την βοήθειαν μου; Δηλαδή, κάψε με τζιαι βάρ' μου μύξαν;"

 

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

13.11.78

 

 

              Εσιεις δέντρον, έσιεις σσιός

 

Εσκεφτήκετε καμμιά φορά, ρε κοπέλια, ήντα λοής ήτουν να μοιάζει ο κόσμος, αν ο καθένας μας εζιούσεν τέλεια μανιχός του, χωρίς παρέες, χωρίς φίλους; Αν ενδιαφερούμαστιν μανιχά για το κεντί μας τζι εν μας έκοφτεν τίποτε για τους άλλους;

Ηταν νάν' ένας κόσμος γεμάτος εγωιστές, αθθρώπους που η μόνη τους δουλειά τζιαι έννοια θάταν πως να ικανοποιήσουν τον εαυτόν τους, χωρίς να διούν δεκάραν για τον συνάνθρωπον τους.

Για να πετύχει ένας τον σκοπόν του εν θα εδίσταζεν να πατήσει πάνω σε πτώματα. Θα ήταν ένας κόσμος από ατομιστές. Ο ένας εν θα εκόντευκεν του άλλου. Εν θα υπήρχεν συνεργασία για το κοινόν καλόν. Εν θα είσιεν κανένας εμπιστοσύνην του άλλου. Τζι η πρόοδος που έκαμεν, μέχρι σήμμερα, η ανθρωπότητα εν θα εγινήσκετουν. Αντίθετα, ήταν να ζιούμεν όπως τους πρώτους αθθρώπους, σε μισοάγριαν κατάστασην, μες τες σπηλιές, μες τα δάση, μες τες ποταμοσιές.

Ευτυχώς, ο Θεός επροίτζισεν τον άθθρωπον με νουν τζιαι γνώσην. Τζι ο άθθρωπος έβαλεν τον νουν του τζι εδούλεψεν τζι εκατάφερεν, που άγριος που ήταν να γινεί ήμερος τζιαι πολιτισμένος. Αντί να ζιει σε σπηλιές, ζιει σε σπίθκια με ούλες τες ανέσεις. Εκαμεν, με λλία λόγια, τη ζωήν του εύκολην τζιαι ευχάριστην.

Τούτα ούλλα που εκατάφερεν ο άθθρωπος, μεν χαρκέστε πως εγινήκαν μανιχά τους. Εγινήκαν με την συνεργασίαν τζιαι την ομαδικήν δουλειάν. Εκαμνεν ο ένας κάτι; Εδειχνεν το του άλλου. Εβαλλεν τζιαι τζείνος το δικόν του τζι εγινήσκετουν κάτι καλλίττερον. Ετσι επροδέψαμεν τζι εφτάσαμεν στην κατάστασην που είμαστιν τωρά.

Δυστυχώς, έσιει αθθρώπους που εν ημπορούν να καταλάβουν τούν' την αλήθκειαν τζιαι χαρκούνται ότι μπορούν να τα κάμουν ούλα μανισιοί τους, χωρίς καμμιά βοήθειαν που τους συνανθρώπους τους. Εν πραγματικά αξιολύπητοι. Λυπούμαι τους που καρκιάς, που εν τόσον κοντόθωροι, πον ημπορούν να δουν ότι μανισιοί τους εν ημοπρούν να κάμουν τζιαι πολλά πράματα.

Στούν' τον κόσμον που ζιούμεν εξαρτούμαστιν ούλλοι που τους γύρω μας. Δίχα τη βοήθειαν τους, την συνεργασίαν τους τζιαι την αγάπην τους είμαστιν έναν μεγάλον μηδενικόν. Εν για τούτον που ο καθένας μας πρέπει να κάμνει φίλους. Η φιλία εν θεότητα που πρέπει να την πιστεύκουμεν. Πρέπει, όμως, νάναι φιλία πραγματική, όϊ από συφφέρον, μα από πραγματικήν αγάπην.

Εμέναν, να σας πω την αλήθκειαν, άρεσκεν μου, που τον τζαιρόν πούμουν μιτσής, να κάμνω φίλους. Τζιαι πάντα εκατάφερνα τα. Ποττέ μου, σκούντρους εν έκαμα γιατί ήμουν, που φυσικού μου, καλωσυνάτος τζι εν έβαλλα το τταμάχιν μου, άμαν κανένας επέτασσεν κανέναν λόον παραπάνω. Ούτε εκράτουν κατζίαν για λάθη που εκάμναν οι φίλοι μου. Για τούτον είμαστιν πάντα αγαπημένοι. Τες διαφορές μας εκανονίζαμεν τες πάντα με φιλικόν τρόπον, χωρίς καφκάες, φωνές τζιαι τσακώματα.

Τωρά, που είμαι τόσων χρονών άθθρωπος τζι έχω περάσει τόσα μες τη ζωή μου, άμαν κάτσω τζιαι σκεφτώ τη ζωήν που πέρασα, σιαίρουμαι πον άφηκα πίσω μου σκούντρους. Κρατώ το καμάριν που εν εμάλλωσα ποττέ μου με κανέναν. Πάντα εδίουν τόπον στην ορκήν. Τζι όποτε επαίρναν που το σιέριν μου εβοήθουν, όϊ μανιχά τους φίλους τζιαι τους γνωστούς μου αμμά τζιαι πλάσματα πον τάξερα, στην ανάγκην τους. Αλλά τζι εμέναν εθωρούσαν με, στη δική μου ανάγκην. Πάντα επίστευκα, τζι ακόμα πιστεύκω, στην παροιμίαν που λαλεί "το 'ναν σιέριν νύφκει τ' άλλον τζιαι τα δκυο το πρόσωπον".

Εχω πολλά παραδείγματα να σας φέρω για να σας αποδείξω τούτα που σας είπα πιο πάνω. Εννά δκιαλέξω, όμως, έναν, που εν αληθινόν εκατόν τα εκατόν. Οποτε το αθθυμηθώ σηκώννεται η τρίχα μου. Τόσον πολλά με εσυγκίνησεν.

Εγίνηκεν τον τζαιρόν που όσον τζ' ήρτα στην Αφστράλιαν. Εν είχα ούτε χρόνον. Εμείνισκα σ' ένα σπίτι με ενοίκιον. Είχα τα κοπελλούθκια μου μιτσιά τζι εκάμναν κάπου-κάπου καμμιά ζημιάν πας τους τοίχους. Αμαν την εθώρεν η νοικοτζυρά μου, έκαμνεν μας παναΰριν. Εβαρέθηκα τη ζωή μου να την καλοπιάννω τζιαι να πιερώννω τες ζημιές.

Πας τούν' την απελπισίαν ούλην, ήρτεν ένας φίλος μου ατζέντης τζιαι λαλεί μου:

-"Κουμπάρε Χωρκάτη, έχω ένα σπίτιν που σου κάμνει. Εν φτηνόν τζιαι καλόν. Τιμή ευκαιρίας. Γοράζεις το;"

-"Θέλω να το γοράσω, μα ριάλια εν κρατώ. Εν τζιαι πιάννουν πετρούθκια".

-"Μεν ηστενοχωρκέσαι για ριάλια. Εγιώ εννά σε κανονίσω".

-"Ηντα λοής εννά με κανονίσεις; Αφού ριάλια εν κρατώ. Εν πρέπει να πιερώσω τουλάχιστον την προκαταβολήν;"

-"Ε! Την προκαταβολήν πρέπι να την πιερώσεις. Καμμιάν πεντακοσιάν δολλάρια. Για τ' άλλα εν δική μου δουλειά".

-"Πεντακόσια δολλάρια! Πούντα; Που να τάβρω; Αφούτις είπου σου εν κρατώ".

-"Ακου να σου πω", λαλεί μου, "εγιώ ξέρω σε για άθθρωπον του κόσμου. Νεκατώννεσαι ποτζεί-ποδά τζιαι κάμνεις παρέαν με αθθρώπους που εν οι πούντζες τους γεμάτες δολλάρια. Τούτοι ούλλοι που πας μιτά τους κάθε μέραν έννεν φίλοι σου;"

-"Τζιαι φυσικά εν φίλοι μου, μα...".

-"Εν έσιει μα τζιαι ξεμά. Αφού εν φίλοι σου πρέπει να σε βοηθήσουν τωρά πώσιεις την ανάγκην τους. Πε τους να σου δώκουν λλία δανεικά γιατί έτσι ευκαιρίαν εν την ηξαναβρίσκεις".

-"Μα, αντρέπουμαι...".

-"Εν έσιει αντροπήν τούτ' η δουλειά. Ούλοι μας, κάποτε, βρισκούμαστιν σε ανάγκην. Αν δεν μας βοηθήσουν οι φίλοι μας, ποιοι εννά μας βοηθήσουν. Ζήτα τους τζιαι, στο κάτω-κάτω, αν σου αρνηθούν, η μισή αντροπή δική τους τζι η μισή δική σου".

Ετσι εγίνηκεν. "Την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος", επήα στους φίλους μου. Ο πρώτος που είδα, παλιός φίλος που την Κύπρον, μόλις του είπα την ιστορίαν, μονομιάς λαλεί μου:

-"Πόσα χρειάζεσαι, κουμπάρε;"

Αντράπηκε να του πω πεντακόσια δολλάρια. Είπα του:

-"Δκιακόσια δολλάρια".

Χωρίς δεύτερην κουβένταν, έβαλεν το σιέριν του στη πούγκαν τζι έφκαλεν τζι έδωκεν μου τα.

Επρεπεν τωρά νάβρω τζιαι τ' άλλα.

Επήα σε άλλον φίλον τζι η ιστορία επαναλήφτηκεν. Τα εκατόν που εμεινίσκαν επόσωσεν τα ένας τρίτος φίλος.

Ασσέν καλά ούλλοι τους. Εφανήκαν πραγματικοί φίλοι στην ανάγκη μου. Εδωκα την προκαταβολήν τζιαι με τη βοήθειαν του φίλου μου του ατζέντη εγόρασα το σπίτι μου, το σπίτιν πώχω ως τωρά.

Στην Κύπρον έχουμεν μιαν παροιμίαν που λαλεί: "Από 'σιει δέντρον, έσιει σσιός". Εγιώ, τούντην παροιμίαν άλλαξα την νακκουρίν τζιαι λαλώ την έτσι: "Από 'σιει φίλον, έσιει σσιός".

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

20.11.78

 

                         Η αγάπη τους!

 

Φαίνεται, πως εμάς τους Κυπραίους αγαπά μας ο κόσμος ούλος. Τωρά, γιατί μας αγαπά, εν άλλου παπά ευαγγέλια. Φαίνεσται μου, πως εννά μοιάσουμεν της ιστορίας του φίλου μου που εδώκαν ούλλα τα κακά πάνω του τζιαι για να το παρηορήσουν οι δικοί του ελαλούσαν του ότι, "ο Θεός ον αγαπά παιδεύει". Στο τέλος, εν άντεξεν, ο καημένος, τζιαι γυρίζει τζιαι λαλεί τους:

-"Μα, επί τέλους, ας αγαπήσει τζιαι κανέναν άλλον! Μόνον εμέναν αγαπά;"

Το ίδιον, φαίνεται, γινήσκεται τζιαι με την Κύπρον. Ούλλα τα κακά εδώκαν πάνω της τζιαι ούλλος ο κόσμος αγαπά την. Η, τουλάχιστον, κάμνει πως την αγαπά.

Αραε σου, εν που την πολλήν αγάπην του κόσμου που υποφέρνει η Κύπρος; Αννέν έτσι, ας ησταματήσουν να μας αγαπούν, πέρκι δούμεν καλλίττερες ημέρες.

Ισως να διερωτάστε ήνταμ που μ' έκαμεν ν' αρκέψω να σας λαλώ τούντα πράματα. Μα εν πολλά απλόν. Εσιει που τον τζαιρόν της εισβολής, που η αγάπη του κόσμου ούλου για την Κύπρον "αποδείχτηκεν" πέραν πάσης αμφιβολίας. Τζιαι να γιατί:

Το Κυπριακόν επήεν στα Ηνωμένα Εθνη έναν σωρό φορές. Πάντα εφκαίνναμεν νικητές. Σχεδόν ούλλα τα κράτη εψηφίζαν υπέρ μας.

Εχτός που τον ΟΗΕ, το ζήτημα μας επήεν τζιαι σ' ένα σωρόν άλλους διεθνείς οργανισμούς. Πόλα-σέλα, οι παραπάνω ψήφοι ήταν υπέρ μας. Γιατί μας εψηφίζαν; Εννεν γιατί μας αγαπούν; Αν δεν μας αγαπούσαν, ήταν να μας μαυρίζουν.

Εναν άλλον παράδειγμαν που αποδεινύει την αγάπην του κόσμου είναι τζι οι πρωτοβουλίες που πήραν τα διάφορα κράτη για να λύσουν το Κυπριακόν. Πρώτοι τζιαι καλλίττεροι οι Αμερικάνοι.

Που τες πρώτες-πρώτες μέρες, επέψαν αθθρώπους τους στην Κύπρο για να μας μερώσουν με τους Τούρκους. Επέψαν τον Σίσκο να τα κανονίσει. Μα ούτε ο Σίσκος ούτε ο Σίστρος έκαμεν τίποτε.

Υστερα επέψαν μας τον Κλίφφορτ αμμά τζαι τζείνος σιειρόττερα. Επήεν να γελάσει του Μακάριου, αμμά ο μακαρίτης εν ήτουν χάππιν του. Επέψαν τζι άλλους. Αλλους φανερά τζι άλλους κρυφά. για να λύσουν το ζήτημα μας.

Η αγάπη τους, θωρείτε, εν τόσον μεγάλη, που εν τα βάλλουν κάτω, αμμέν έβρουν την λύσην. Τζιαι να σου λαλεί, ότι έσιει κόσμον που κατηγορά τους Αμερικάνους ότι εν ιμπεριαλιστές τζιαι μόνον το συφφέρον τους θωρούσιν!

Την Κύπρον αγαπούν την που καρκιάς. Αν ηζητούν τζιαι καμμια-δκυό βάσεις για το ΝΑΤΟ τους, εχάθηκεν ο κόσμος; Τζείνοι κάμνουν τόσα για λλόου μας. Πρέπει τζι εμείς κάτι να κάμουμεν για λλόου τους. Εν κακόν;

Μα, εν τζι εν μανιχά οι Αμερικάνοι που μας αγαπούν. Ούλες οι ράτσες του κόσμου δείχνουν την αγάπην τους καθημερινά.. Εν έμεινεν χώρα του κόσμου που να μεν έκαμεν δηλώσεις, με τες οποίες αναγνωρίζεται το δίκαιον του Κυπριακού λαού.

Ούλλοι υποστηρίζουν πως το νησί μας πρέπει να μείνει ακέραιον, ανεξάρτητον, κυρίαρχον τζιαι αδέσμευτον.

Επειδή μας αγαπούν τόσον πολλά, εν μας θέλουν νάμαστιν σκλαβωμένοι, εν θέλουν την Κύπρον μοιρασμένην, με πρόσφυγες τζι εγλωβισμένους τζιαι με ξένα στρατεύματα πάνω στο έδαφος της. Τζιαι κάμνουν δηλώσεις που νάκρας.

Πιάστε που την Αγγλίαν, ως τη Ρωσσίαν τζιαι τες άλλες Σοσιαλιστικές χώρες, μέχρι τους Αδέσμευτους τζιαι τους ουδέτερους. Ούλλοι εν μιτά μας. Εν έμεινεν πράμαν πον το κάμαν για να μας αποδείξουν την αγάπην τους.

Επειδή μας αγαπά τόσον πολλά ο κόσμος, φαίνεται ότι έπιασεν μας τ' αμμάτιν. Εν για τούτον που εν ηβρίσκεται λύση του Κυπριακού. Εφαν μας τ' αμμάτιν του κόσμου. Τους Τούρκους που εν τους αγαπά κανένας, εν τους αμμαθκιάζουσιν τζι εν πάντα καβαλλάρηες.

Αλόπως, πρέπει ν' αρκέψουμεν να παρακαλούμεν να σταματήσει ο κόσμος να μας αγαπά, πέρκι φκούμεν πουπάνω της δουλειάς. Να μοιάσουμεν της ιστορίας του φίλου, που σας είπα στην αρκήν, που είπεν του Θεού "ας αγαπήσει τζιαι κανέναν άλλον".

Ακόμα τζιαι σήμμερα, τούτ' η αγάπη του κόσμου βασανίζει μας. Υστερα που τη μεγάλη νίκη μας στα Ηνωμένα Εθνη, η Κύπρος έκαμεν προσφυγήν στο Συμβούλιον Ασφαλείας τζιαι ζητά, οι αποφάσεις του ΟΗΕ να εφαρρμοστούν. Αμμέν υπακούσει η Τουρτζιά τότε να την υποχρεώσουν με το έτσι θέλω.

Επειδή όμως, τούτα που ζητούμεν που το Συμβούλιον Ασφαλείας, αν γινούν, εννά κάμουν την Τουρτζιάν να γινεί έξω φρενών εναντίον μας, οι καλοί μας φίλοι, που την αγάπην τους την πολλήν, εβάλαν πάλαι το σιερούϊν τους. Εμπήκαν ποτζεί, εφκήκαν ποδά, τζι εματαιώσαν τη συζήτησην, για το καλό μας, φυσικά. Για να μεν σιειροττερέψουμεν τες σχέσεις μας με την Τουρτζιάν γιατί ύστερα λύση του Κυπριακού, γιοκ. Είδετε, έννοιαν που μας έχουν;

Την ώραν που έγραφα τούντες γραμμές, τα νέα που την Κύπρον ελέασιν ότι, οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι εκάμαν άλλο σχέδιον για να λύσουν το Κυπριακόν πρόβλημαν. Φαίνεται πως ο νους τους εν θηλυκός τζιαι ούλον γεννά ιδέες.

Αν τζι εν ηξέρουμεν πολλές λεπτομέρειες που το νέο σχέδιον, μπορούμεν να πούμεν ότι εν τζιαι τούτον μια κλάππα σαν τες άλλες που μας εβάλαν ως τωρά. Η Κυπριακή κυβέρνηση εν είπεν κόμα τίποτε. Πρέπει, είπεν ο Κυβερνητικός εκπρόσωπος, το σχέδιον να μελετηθεί από το Υπουργικόν τζιαι το Εθνικόν Συμβούλιον. Αννέν καλόν, εννά το δεχτούμεν. Ειδεμή, εννά το ρίψουμεν τζιαι τούτον μες το καλάθιν των αχρήστων.

Εγιώ, πάντως, έχω μεγάλην εμπιστοσύνην στον Πρόεδρο μας, τον κύριο Σπύρο. Απόδειξεν ότι εν σκλερόν καρύδιν. Εν του γελά κανένας, έτσι εύκολα. Οσος εν πουπάνω που τη γην, εν άλλος τόσος πουκάτω της. Τους φίλους μας ξέρει τους καλά. Εν πιστεύκω να του γελάσουν.

Ο Κυπριακός λαός εννά καρτερά με αγωνίαν την απόφασην που εννά φκάλει για το τζιυνούρκον σχέδιον ο Σπύρος μας, μαζί με τους συμβούλους του. Μαζί με ούλλους τους Κυπραίους, εννά καρτερώ τζι εγιώ,

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

27.11.78

 Μάσσιαλλα τους

Πρέπει ούλλοι οι Κυπραίοι να είμαστιν πολλά ευκαριστημένοι που την απόφασην που έφκαλεν το Συμβούλιον Ασφαλείας του ΟΗΕ για την Κύπρο μας. Με δκυο λόγια, λαλεί της Τουρτζιάς ότι εβαρέθηκεν να φκάλλει αποφάσεις τζιαι να μεινίσκουν στο χαρτίν. Πρέπει οι αποφάσεις που επαρτήκαν ως τωρά να εφαρμοστούν. Διά, μάλιστα, τζιαι προθεσμίαν ως τες τριάντα του Μάη.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη, λαλεί η απόφαση, πρέπει να κάτσουν κάτω, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών τζιαι νάβρουν τρόπον να λύσουν το Κυπριακόν.

Εμείς συφφωνούμεν απόλυτα με την απόφασην του Συμβουλίου Ασφαλείας. Τζείνον που καρτερούμεν είναι να συφφωνήσουν τζιαι οι Τούρτζιοι.. Γιατί, εν τζείνοι που φέρνουν τες δυσκολίες. Εν τζείνοι που εν κοντέφκουν γιατί θέλουν τα ούλα δικά τους. Πάσκουν να καταφέρουν νάχουν τζιαι τον σσιύλλον χορτάτον τζιαι το ψουμί σωστόν.

Τούτον, όμως, εν γινήσκεται. Εν ημπορούν να κρατήσουν για πάντα τα μέρη που μας αρπάξασιν. Γιατί, τζείνοι εν μανιχά το 18% τζι εμείς το 80%. Εν τζαιρός να βάλουν νερόν στο κρασίν τους.

Οπως εδκιάβασα στες εφημερίες τζι άκουσα τζιαι που το ράδιον, για την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας εσφφωνήσαν ούλα τα μέλη του. Ηταν ομόφωνη. Εν είσιεν κανέναν που έφερεν ένστασην. Τζι ας εφώναζεν πόξω ο Ντεκτάς τζι ο Τούρκος αντιπρόσωπος στα Ηνωμένα Εθνη.

Τζι ακόμα είπασιν ότι, αμμέν γινεί τίποτε μες την προθεσμίαν που εβάλασιν, εννά ξαναμελετήσουν το Κυπριακόν τζι εννά πάρουν τα μέτρα που χρειάζουνται για να το λύσουν οι ίδιοι.

Εγιώ συγχαίρω τους που εβρεθήκαν ούλλοι μονόβουλοι τζι επήραν τούντην απόφασην. Μάσσιαλλα τους! Πράβο τους! Επί τέλους επάρτηκεν τζιαι μια απόφαση που έσιει κάποιο νόημαν.

Τεσσεράμισυ χρόνια εν κάμποσος τζαιρός να ζιεί ένας μακριά που το σπίτιν του, μακριά που την περιουσίαν του. Αρκετά ετραβήσαν οι πρόσφυγες μας τζιαι ούλος ο λαός της Κύπρου μας.

"Ο χρόνος ωρίμασεν", όπως είπεν τζι ο Πρόεδρος μας ο Σπύρος, "για την επούλωσην των πληγών του πολέμου τζιαι για την μετατροπήν του νησιού μας από σκηνή τραγωδίας τζιαι πιθανών κινδύνων για την Παγκόσμιαν Ειρήνην σε μια ειδυλλιακή γωνιά του κόσμου, όπου όλος ο λαός, Ελληνες, Τούρτζιοι, Αρμένηες, Μαρωνίτες τζιαι Λατίνοι να μπορούν να απολαύσουν τους καρπούς των ειρηνικών τους προσπαθειών".

Εν γεγονός, πως ο λαός μας καρτερά, τζιαι πως καρτερά, να ωριμάσουν οι συνθήκες, να σταματήσει τούτη η αβεβαιότητα που επικρατεί, για να μπορέσει να ριχτεί με ούλην του τη δύναμη στον αγώνα για να ξαναχτίσει τα χλάσματα. Να ξανακάμει τον τόπον του έναν μικρόν παράδεισον, όπως ήταν πριν να πατήσει το πόδιν του ο Τούρκος καταχτητής. Η Κύπρος μας μπορεί να γινεί μια "ειδυλλιακή γωνιά του κόσμου", όπως είπεν ο Πρόεδρος μας.

Οι μέρες που περνά η Κύπρος μας εν πολλά κρίσιμες. Εχτός που την απόφασην του Συμβουλίου Ασφαλείας, έχουμεν τζιαι το σχέδιον που εκάμαν η Αμερική, η Αγγλία τζιαι ο Καναδάς. Εν ηξέρω αν ταιρκάζει τζιαι για τούτους το "μάσσιαλλα τους" γιατί ακόμα η Κυβέρνηση μας εν είπεν τίποτε.

Αμμά το "μάσσιαλλα τους" ταιρκάζει στην Κυβέρνηση μας, στο Υπυργικόν τζιαι το Εθνικόν Συμβούλιον, που πριν ν' αννοίξουν το στόμαν τους να πουν τίποτε, μελετούν προσεχτικά το σχέδιον για νάβρουν τα καλά του τζιαι τα κακά του. Πιστεύκουμεν πως ούλοι τους, Κυβέρνηση τζιαι κόμματα, εννά παραμερκάσουν τα προσωπικά τους συφφέροντα, πως εννά βάλουν στην πάνταν τζιαι σε δεύτερη μοίραν κομματικούς τζιαι άλλους υπολογισμούς τζιαι ότι στο τέλος εννά επικρατήσει το σωστόν τζιαι το δίκαιον, το συφφέρον της Κύπρου τζι ολόκληρου του Κυπριακού λαού.

Ο λαός της Κύπρου, τζιαι μιτά του τζιαι ούλοι εμείς οι ξενητεμένοι, καρτερά με μεγάλην αγωνίαν να βρεθεί η λύση του προβλήματος του. Οσον, όμως, τζι αν εβαρέθηκεν να καρτερά, εν θα δεχτεί μια λύσην ψεύτικην, μιαν λύσην που εν ν' αφήννει το νησίν του μοιρασμένον, διχοτομημένον. Πρέπει νάναι μια λύση αξιοπρεπής, δίκαιη τζιαι βιώσιμη. Εν πρέπει οι μεγάλοι να εκμεταλλευτούν τα βάσανα του τζιαι να του επιβάλουν μιαν λύση, όποια τζιαι νάναι.

Ευτυχώς, που για τούτον εν ούλοι σύφφωνοι. Που τον Πρόεδρον ως τον τελευταίον Κυπραίον. Είπαν το ούλλοι σιηλλιάες φορές. Εν πρόκειται να δεχτούμεν ατιμωτικήν λύσην. Τα τετελεσμένα γεγονότα εν τα παραδεχούμαστιν ποττέ μας. Κύπρον με πρόσφυγες τζιαι στρατόν Τούρτζικον εν τη θέλουμεν.

Ως τωρά, εν εβρέθηκεν κανένας πολιτικός ηγέτης να προσπαθήσει να βιάσει την Κυβέρνησην να δεχτεί μιαν οποιανδήποτε λύσην για να τελειώσουν τα βάσανα μας μιαν ώραν γληορίττερα. Γιατί ξέρουν το ούλοι, πως αν δεχτούμεν μιαν τέθκοιαν λύσην, όϊ μανιχά εν θα τελειώσουν τα βάσανα μας αλλά εννά πολλύνουν παραπάνω.

Μάσσιαλλα τους, λοιπόν, τζιαι τους πολιτικούς μας που σκέφτουνται σαν υπεύθυνοι αθθρώποι τζι εν βάλλουσιν το τταμάχιν τους άμαν πρόκειται για το εθνικόν συφφέρον.

Μάσσιαλλα τους, άλλη μια φοράν, λαλώ τους εγιώ,

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

4.12.78

 

                         Στο παναΰριν

 

Κάθουμαι τζιαι συλλοούμαι, ρε κοπέλια, αν θα ξανάρτουν καμμιά φοράν τζείν' τα χρόνια τα παλιά, που επηαίνναμεν στα παναΰρκα των χωρκών τζι επεριχαρίζαμεν μιτσιοί τζιαι μιάλοι. Ηταν, αλήθκεια, καλοί τζαιροί. Αμαν εκόντευκεν παναΰριν, είτε στο χωρκό μας είτε σε διπλανόν χωρκόν είτε ακόμα σε μακρινόν, αν είμαστιν ταμένοι, αρκέφκαμεν τες προετοιμασίες έναν μήναν πρωτίττερα.

Στο χωρκό μου εν εγινήσκετουν κανέναν μεγάλον παναΰριν αλλά εν θα ξηχάσω ποττέ μου την χαράν που έκαμνα τζι εγιώ τζιαι τ' άλλα κοπελλούθκια της ηλικίας μου, άμαν μας ετάσσαν οι γονιοί μας να μας πάρουν σε κανέναν που τα μεγάλα παναΰρκα.

Ξέρετε, τον τζαιρόν τζείνον, τα αυτοκίνητα ήταν λλιοστά. Για να πάει αυτοκίνητον στο παναΰριν έπρεπεν να βρεθούν που πριν οι επιβάτες, να ποσοστούν, για να συφφέρει του σιωφέρη. Πολλά σπάνια, όμως, εγινήσκετουν τούτον γιατί τα ριάλια του κόσμου ήταν μετρημένα τζι εν εθέλαν να τα ξοθκιάζουν πας τ' αυτοκίνητα... Ετσι, άμαν κανένας ήταν ταμένος στη χάρην του Αγίου έπρεπεν να κανονίσει τον δικόν του τρόπον να πάει στο παναΰριν.

Ο πιο πρακτικός τζι ο πιο συνηθισμένος ήταν το γαούριν ή τα γαούρκα της οικογένειας. Αν εβασκιούνταν νάκκον παραπάνω τζι είχασιν κάρον ή καρρέτταν εζέγναν τα γαούρκα ή τους αππάρους τζι επηαίνναν πιο αναπαμένα. Φαντάζεστε ότι το ταξίδιν, ανάλογα με το μάκρος του, έπαιρνε τζιαι τον ανάλογον τζαιρόν. Αν ήταν να πας που την Μεσαρκάν στον Απόστολον Αντρέαν ή στην Παναΐαν του Τζύκκου το ταξίδιν εκράταν παραπάνω που μιαν εφτομάδαν.

Μια φοράν, επήρεν μας, τον αρφόν μου τζι εμέναν, ο θκειος μου ο Κωσταντής, με το κάρον του, στον Χρυσοσώτηρον στην Ακαθθούν. Εκάμαμεν τρεις ημέρες να πάμεν αμμά που να νώσουμεν ποστασιάν. Που τη χαρά μας τζιαι που την αγωνία μας ούτε φαΐν εθέλαμεν ούτε ύπνον. Αμαν μας ελάλεν ο θκειος μας, "άτε, ρε κοπέλια, πέτε μας τζιαι κανέναν τραούδιν", για να μεν τον κακοφανίσουμεν εκαμπανιάζαμεν την τζι ελαλούσαμεν του ούλα τα τραούθκια του σκολείου που ξέραμεν.

Η μεγαλλίττερη χαρά, όμως, ήταν άμαν εφτάνναμεν στο παναΰριν. Εδιούσαν μας δκυο-τρείς μπακκίρες, εγυρίζαμεν τζι εν εξέραμεν ήντα λοής να τες ξοθκιάσουμεν. Επηαίνναμεν στα σσιεπεττούθκια, στο καζαντίν τζιαι στ' άλλα παιχνίθκια τζι εκάμναμεν το κκέφι μας. Εδιούσαμεν στο καθέναν μιαν εικοσάραν ή μια δεκάραν τζι εφυλάαμεν τ' άλλα να γοράσουμεν πωρικά. Καμμιά φοράν ετρώαμεν ούλα τα ριάλια μας στα παιχνίθκια γιατί εξέραμεν ότι πωρικά θα μας εγόραζεν η μάνα μας, ο τζύρης μας ή κανένας θκειος ή θκεια μας.

Ητουν, αλήθκεια, καλοί τούτοι οι παλιοί τζαιροί. Αθθυμάσαι τους, τζιαι τ' αθθύμιον τους φέρνει σου έναν γλυτσιύν ανατρίσιασμαν. Κάμνει σε να πεθυμάς να ξαναζήσεις τζείν' τα παλιά τα χρόνια. Αμμά, εφύαν, επήαν τζι εν ηξαναγυρίζουν!

Εννά μου πείτε τωρά, "ήνταμ που σ' έπιασεν τζι άρκεψες μας για τα παναΰρκα τον τζαιρόν πούσουν μιτσής". Να σας πω:

Την Κυριακήν, όϊ εχτές, την περασμένην, επήα στον Απόστολον Αντρέαν - δοξάζω τ' όνομαν του τζιαι τη χάρην Του - στο Σάνσιαϊν, που εν Κυπριακή εκκλησιά. Κάθε χρόνον, έτσι τζαιρόν, γινήσκεται μιάλον παναΰριν τζιαι συνάουνται οι Κυπραίοι όπου τους έσιεις.

Η μέρα τ' Αποστόλ' Αντρέα ήτουν την Πέμπτην αλλά δαμέσα, επειδή ούλλοι δουλεύκουμεν τες καθημερινές, το παναΰριν κάμνουν το την πιο πάνω Κυριακήν. Εποφάσισα τζι εγιώ να πάω νε την κοτζιάκαρη μου στη χάρην Του. Επιάσαμεν το τρένον τζι εκατεβήκαμεν στο Σίτι. Που τζαμαί επιάσαμεν άλλον τρένον τζι επήρεν μας στο Σάνσιαϊν. Ποτζεί-ποδά ήβραμεν την στράταν τζι επήαμεν στην εκκλησιάν.

Εμπήκαμεν μέσα, άψαμεν το τζερί μας, επροσκυνήσαμεν, ακούσαμεν την λουτουρκάν τζι ύστερα εφκήκαμεν έξω στην αυλήν να δούμεν το παναΰριν τζιαι κανέναν Κυπραίον. Είπα, "κανέναν Κυπραίον", αμμά είσιεν καμμιάν δεκαρκάν σιηλλιάες.

Ετσι σαν εγυρίζαμεν τζι εθωρούσαμεν τα παναϋρκώτικα, κάθε λλίον άκουα τ' όνομα μου:

-"Γεια σου, κουμπάρε Χωρκάτη, Ηνταμ που κάμνεις; Είσαι καλά; Χρόνια τζιαι ζαμάνια να σε δούμεν. Πως παν οι δουλειές;"

Εγιώ, απάντουν στερεότυπα:

-"Καλά, δόξα σοι ο Θεός. Εσού πως πάεις;"

Εσυνεχίσαμεν την βόλταν μας για κάμποσην ώραν. Πιστεύκετε το πως είδα αθθρώπους που είσιεν πάνω που δέκα χρόνια να τους δω; Ακόμα, είδα αθθρώπους που τους έξερα που την Κύπρον τζι εν τους εξαναείδα που τότες.

Μια γνωστή μου, που την ήβρα τυχαία στο παναΰριν, είπε μου πως ήβρεν μιαν φιλενάδαν της, που είσιεν να την δει που τον τζαιρόν που επηαίνναν σκολείον. Τωρά, εν τζι οι δκυο γεναίτζες παντρεμένες με κοπελλούθκια. Χαζίριν να μεν καταλάβει η μια την άλλην.

Ετσι σαν εγυρίζαμεν, έδωκα πας τον φίλον μου τον Αντρέαν που εγιόρταζεν. Αμαν με είδεν, επιάσαν τον τα φουαρταλλίκκια.

-"Φίλε μου, ελάτε να σας τζεράσω".

Επήρεν μας τζι ετζέρασεν μας σουβλάκια, λοκμάδες, μαχαλλεπίν τζι έναν σωρόν άλλα πράματα.

Τζείνον που μου έκαμεν μεγάλην εντύπωσην είναι ότι, ούλλα τα μέλη της Επιτροπής της εκκλησιάς είχαν το πόστον τους. Εδουλεύκαν ούλλοι, που τον Πρόεδρον ως τον τελευταίον. Ακόμη τζιαι αθθρώποι που έννεν μες την Επιτροπήν εδουλεύκαν σαν τους μαύρους για να πετύχει το παναΰριν. Τούτοι εν οι εθελοντές. Πράβο τους!

Λλίον ύστερα που το μεσομέριν, ο κόσμος άρκεψεν να φεύκει. Λαλεί μου ο φίλος μου ο Αντρέας:

-"Πάσιν στο Μπάκους Μαρς. Πάμεν τζι εμείς;"

-"Ηνταμ πον να κάμουμεν", λαλώ του.

-"Να πα να φάμεν οφτόν τζιαι σούβλαν".

-"Τζι εν πάμεν, αφού εν έτσι;"

Επήαμεν με τ' αυτοκίνητον του. Αν κάτσω να σας πω ήνταμ που γίνηκεν στο Μπάκους Μαρς εννά με κατσάρει ο αρχισυντάχτης της εφημερίας γιατί εννά πιάσω τον τόπον ούλλον. Εναν μόνον πράμαν εννά σας πω. Ηβρα έναν σωρόν Αντρέηες που εθέλαν ούλλοι να μου τζεράσουν. Εν εμπόρουν, φυσικά, να τους ευκαριστήσω ούλους, αμμά τους παραπάνω ευκαρίστησα τους.

Ασσέν καλά τζιαι καθεχρονικόν ν' αξιώννουνται.

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

11.12. 78

 

             Το Πάσκαν τους σιοίρους

 

Κοντεύκουν οι μέρες, που οι χρισκιανοί ούλου του κόσμου εννά γιορτάσουν την γέννησην του γιου του Θεού. Τα Χριστούγεννα εν μια που τες μεγαλλίττερες γιορτές της πίστης μας. Ούλος ο κόσμος ετοιμάζεται να τη γιορτάσει όσον πιο καλά μπορεί.

Οι Αφστραλοί θεωρούν τα Χριστούγεννα την πιο σπουδαίαν τους γιορτήν. Εχουν το άσσιημον να μεν δώκουν δώρα την ημέραν τούτην. Ετσι βρίσκουν την ευκαιρίαν τζιαι τα μαχαζιά να κάμουν χρυσές δουλειές, Μιτσιοί-μιάλοι εννά δώκουν δώρα στους συγγενείς, τους γνωστούς τζιαι τους φίλους τους τζιαι προ παντός στα μωρά. Εμείς οι Κυπραίοι τα δώρα διούμεν τα τ' Αη Βασιλιού.

Τωρά, που κοντεύκει τούτ' η άγια μέρα,  που σάζουμαι τζι εγιώ να τη γιορτάσω όπως ούλος ο κόσμος, ο νους μου πάει πίσω στα παλιά, τον τζαιρόν πούμουν κοπελλούϊν.

Αθθυμούμαι χαρές που κάμναμεν άμαν εβαώνναν τα σκολεία, τζιαι είχαμεν όλον τον τζαιρόν μπροστά μας, ενεκατωννούμαστιν μες τα πόθκια τους μεγάλους που εκάμναν τες προετοιμασίες, μέρες πριν την ημέραν της γιορτής, για να βοηθήσουμεν τάχα.

Η μεγαλλίτερη μας χαρά, εμάς των κοπελλουθκιών, ήταν νάμαστιν τζαμαί κοντά που εσφάζαν τους σιοίρους. Ηταν συνήθεια τότε, κάθε οικογένεια να νηώννει έναν σιοίρον τζιαι να τον σφάζει τες παραμονές των Χριστουγέννων. Εν για τούτον που ένας φίλος μου έφκαλεν τα Χριστούγεννα "το Πάσκαν τους σιοίρους" για να ξεχωρίζει, όπως ισχυρίζεται που το "Πάσκαν των φλαούνων" δηλαδή την Ανάστασην.

Γιατί τζιαι που λαλείτε, εσυνάουνταν οι συγγενείς τζιαι οι φίλοι στο σπίτιν που ήταν να σφαχτεί ο σιοίρος για να δώκουν ένα σιέριν. Ηταν πάντα τζιαι ο "μάστρος¨, τζείνος πώξερεν νάκκον παραπάνω που τους άλλους την τέχνην του κασάπη τζι εδίαν διαταγές.

Πρώτα επιάνναν τον σιοίρον ούλλοι μαζίν τζι εβάλλαν τον χαμαί. Εκρατούσαν του τα πόθκια του, τα ομπροστινά τζιαι τα πισινά, άλλοι την τζοιλιάν του για να μεν ταράσσει τζιαι ο μάστρος με την μασιαίραν έκοφκεν του την κκελλέν του σιοιρινά. Υστερα έφερνεν η νοικοτζυρά νερόν βραστόν για να τον ξητρισιάσουν. Επιάνναν ούλοι που μιαν σιοιρόπετραν τζι αρκέφκαν το τρίψιμον. Αμαν εκαθάριζεν το πετσίν του που τες τρίσιες, επλυννίσκαν τον τζι άρκεφκεν το ξιλάρτισμαν. Εφκάλλαν την πετσιάν τζιαι οι γεναίτζες εκάμναν τιτσιρίες.

Υστερα εξεκίναν η "επιστημονική διαδικασία". Ο μάστρος εμοίραζεν τον σιοίρον στα δκυο, έφκαλλεν τα βλαντζιά του τζι εκατακομμάθκιαζεν τον. Τα λαβέζια ήταν έτοιμα για να κάμουν τα παστά τζιαι να τα κουμνιάσουν.

Εμείς οι μιτσιοί εκαρτερούσαμεν  την ώραν που ήταν να φκάλει τη φούσκαν του σιοίρου. Επιάνναμεν την, εφουσκώνναμεν την τζι επηαίνναμεν βουρητοί μες τ' αλώνια να παίξουμεν μάππαν. Την ώραν που εμείς επαίζαμεν, η παρέα τους μεγάλους έριφκεν το στο φαΐν τζιαι το πιοτίν. Ετηανίζαν το βλαντζίν, εβάλλαν τιτσιρίες σαρτζιερές τζιαι άλλα μεζεκλίκκια τζιαι αννοίαν το πιθάριν που το κρασίν. Ετρώαν τζι επίνναν ως το βούττημαν του ήλιου. Την άλλην ημέραν επηαίνναν σε άλλο σπίτιν για να σφάξουν το σιοίρον του. Τζιαι η ιστορία επαναλαμβάνετουν.

Εναν άλλον πράμαν που μας άρεσκεν πολλά τούντες ημέρες ήταν να παρακολουθούμεν το ζύμωμαν των ψουμιών τζιαι των κουλλουρκών. Τζιαι ύστερα, φυσικά, το φούρνισμαν. Εν θα ξηχάσω την μακαρίτισσαν την μάνα μου, που άμα μας εθώρεν μες τα πόθκια της, έβαλλεν μας τες φωνές:

-"Ατε, ρε, φύετε. Πηαίννετε να παίξετε. Φύετε που μες τα πόθκια μου. Αν εφελούσετε ήταν να πα να χαθείτε".

Εμείς, όμως, που ν' ακούσουμεν. Εκαρτερούσαμεν να φάμεν κουλλούρι βραστόν.

Πόσα τζιαι πόσα εν εκάμναμεν ώσπου νάρτει η μεγάλη μέρα, να παίξουν οι καμπάνες για να μας πουν ότι εγεννήθηκεν ο Χριστός. Εβάλλαμεν τα καλά μας τζι επηαίνναμεν ούλοι στην εκκλησιάν.

Για μας τους μιτσιούς, η πιο μεγάλη γιορτή ήταν τ' Αη Βασιλιού, δηλαδή η Πρωτοχρονιά. Επρεπεν ο καθένας να "παννίσει" κάτι. Αλλος παπούστια, άλλος ρούχα τζιαι να πάμεν καπαρτιστοί στην εκκλησιάν.Αμαν ετέλειωνεν η λουτουρκά εκάμναμεν το παναΰριν μας το μεγάλον.

Εγυρίζαμεν το χωρκόν, όπου είχαμεν συγγενείς, για να τους πούμεν "Καλόν Νέον Ετος τζιαι Χρόνια Πολλά" τζιαι να μας δώκουν την πουλουστρένα μας.Τα πιο πολλά εδίαν τα ο τατάς τζιαι η νούννα. Εσυνάαμεν τες μπακκιρούες τζιαι τα τριαρούθκια τζι εγελούσαν τζιαι τ' αφκιά μας. Γιατί μόνον κάθε Πρωτοχρονιάν εθωρούσαμεν ριάλια μες την πούγκα μας. Εννεν σαν τωρά που οι ροκόλοι εν κάθε μέρα φορτωμένοι  ριάλια.

Νομίζω πως αρκετά σας εζάλισα με τες φλυαρίες μου για τους παλιούς καλούς τζαιρούς. Σήμμερα ζιούμεν στην Αφστράλιαν τζιαι τζείνες οι παλιές συνήθειες έχουν μείνει μανιχά σαν αναμνήσεις.

Την άλλη Δευτέραν εννά γιορτάσουμεν, δαμέσα στην ξενηθκειάν που ζιούμεν, τα Χριστούγεννα. Ο καθένας μας με την οικογένειαν του, τους συγγενείς τζια τους φίλους του εννά κάμει Χριστούγεννα σύφφωνα με τες συνήθειες του τόπου τούτου.Εννά γινούν διασκεδάσεις, εννά φάμεν τζιαι να πιούμεν.

Σε ούλους σας μιαν παραντζελιάν έχω να δώσω. Προσέχετε το πιοτί σας. Μεν πίννετε παραπάνω που το κανονικόν, προ παντός αν οδηγάτε αυτοκίνητον γιατί η αστυνομία τζηνυά τους μεθυσμένους. Τωρά τες γιορτές, σε κάθε καντούνιν εν νάσιει τζι έναν ζαφτιέν. Εν θέλω να πάθετε ότι έπαθεν ένας καλός μου φίλος - γνωστός μες την Κυπριακήν παροικίαν - που τον επιάσαν μεθυσμένον τζι επήραν του την άδειαν. Τωρά παρακαλεί τον έναν τζιαι τον άλλον να τον πάρουν τζει που θέλει να πάει.

Επειδή τα Χριστούγεννα τζιαι η Πρωτοχρονιά φέτι ππέφτουν Δευτέραν, την ημέραν που φκαίννει ο Νέος Κόσμος, η εφημερία εν θα κυκλοφορήσει. Σήμμερα, λοιπόν,εν η τελευταία μου μέρα για το 1978.  Ωσπου να ξαναβρεθούμεν εννά μπει το 1979.

Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν, τζι ευτυχισμένος ο Καινούριος Χρόνος.

Τζιαι με τον νου σας!

 

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

18.12.78

 

 

 

       





Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΉ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ
KIPRIAKI e NEWSPAPER
18 Harlington St.Clayton, Vic.3168 Australia