MELBOURNE TIME                      

                                   NICOSIA TIME                              



 

cypriots around 
the world


GREEKS 
IN AUSTRALIA
Explore the Map above

 

 


ΚυπριακA  χρονογραφHματα
Του ΧΑΡΗ ΣΙΑΜΑΡΗ    

 

 

 

 

     "Η φωνή του Χωρκάτη"

Για να γνωρίσετε τον Χωρκάτην αρχίσαμε τη δημοσίευση όλων των χρονογραφημάτων του και μερικών ποιημάτων του με τη χρονολογική σειρά που αρχικά γράφτηκαν. Θα τα ανανεώνουμε σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Ελπίζουμε να τα ευχαριστηθείτε

                                                  Ο Χωρκάτης

 

Το σπίτιν του χωρκού μου 

Τζαμπροού που πήα στην Κύπρον, έτυχεν να γνωριστώ με μιαν κορούν που ήταν γραμματικός σ' έναν που τα κυβερνητικά γραφεία που επήαιννα ταχτικά. Ηταν μια κοπέλλα πάνω-κάτω κοστριών χρονών, πολλά συμπαθητική τζιαι καλωσυνάτη. Ερώτησεν με για την Αφστράλιαν, για τη ζωήν που κάμνουμεν δαμέσα τζι αννέν καλά νάρτει τζαι τζείνη.-"Κάτσε, κόρη μου, στα βραστά σου", είπουν της, "είσαι καλά δαμαί που είσαι. Ηνταμ που γυρεύκεις μες τες ξενηθκειές".

-"Ναι, θκειε", λαλεί μου. "Αμμά ξέρεις εγινήκαμεν πρόσφυγες τζι είπα πέρκι εν καλλίττερα ποτζείθθε".

Να μεν σας τα πολλυλοώ, που κουβένταν σε κουβένταν - είπαμεν τζιαι για τα γεννητικά μας - ανακαλύψαμεν ότι είμαστιν χωρκανοί.

Φυσικά, τον τζαιρόν που ήμουν εγιώ στο χωρκό μου, η μιτσιά ήτουν αγέννητη. Με τον τζύρην της τον μακαρίτην, όμως, είμαστιν συμμαθητές.

Αμαν εσκόλασεν τζι επήεν έσσω της, η μιστιά είπεν το της μάνας της πως εγνώρισεν έναν χωρκανόν που ήρτεν που την Αφστράλιαν. Είπεν της τζιαι τ' όνομα μου.

-"Ξέρω τον πολλά καλά, κόρη μου. Πούμαστιν μιτσιοί επαίζαμεν μαζίν γιατί το σπίτι μας ήταν κοντα στο σπίτιν της στετές του".

-"Είες σύμπτωσην, μανά; Να βρεθεί χωρκανός μας τζιαι μάλιστα συμμαθητής του μακαρίτη του τζυρού μου".

-"Ακου, κόρη μου. Αμαν τον ηξαναείς να τον καλέσεις νάρτει έσσω μας, να του κάμουμεν το τραπέζιν. Εν τόκοψεν εσέναν ο νους σου να τον καλέσεις;"

-"Εν επρόφτασα, μανά, γιατί εχτές εκάλεσεν με τζείνος τζι έκαμε μου το τραπέζι στην Μακεδονίτισσαν".

-"Α! Παναΐα μου! Εν αντροπή, κόρη μου. Τους ξένους καλλιούν τους, εν καλλιούν τζείνοι".

-"Είπουν του το, μανά,  αμμά είπε μου έννεν ξένος. Εν Κυπραίος, λαλεί, όπως τζιαι μας. Εν για τούτον που δέχτηκα".

-"Τέλος πάντων, εν πειράζει. Μεν ηξηχάσεις, όμως, να τον φέρεις έσσω μας.

Την άλλην ημέραν που εξαναβρεθηκαμεν με την μιτσιάν, είπε μου την κουβένταν που έκαμεν με την μάναν της. Εν έβρισκα τη δύναμη ν' αρνηθώ, τζι επήα.

Εμεινίσκαν σ' έναν προσφυγικόν καταυλισμόν κοντά στο Στρόβολον, στη Δασούπολην.Τζεικάτω χτίζει η Κυβέρνηση κάμποσα ωραία σπιτουθκια, με δκυο τζιαι τρεις κρεββατοκάμαρες, τζιαι διά τα στους πρόσφθγες μούχτιν. Ούτε ενοίκιον τους βάλλει ούτε τίποτε. Ο μόνος όρος είναι οτι, άμαν εννά γυρίσουν στα δικά τους τα σπίθκια, τούτα εννά μείνουν της Κυβέρνησης.

Τούντα σπίθκια, που λαλείτε, έχουν ούλα τα κομφόρ. Τη σαλούαν τους, το μαειρκόν τους με τη σόπα τζιαι το ψυγείο, απόπατον τζιαι μπάνιον, ηλεκτρισμόν τζιαι νερόν. Εχουν τζιαι την αυλούαν τους για φκιόρα τζιαι ζαρζαβατικά. Με λλια λόγια ότι πρέπει για τες οικογένειες των προσφύγων.

Αμαν εμπήκα έσσω, τζιαι είεν με η χωρκανή μου, ελούθηκεν τα κλάματα. Είχαμεν να βρεθούμεν που τον τζαιρόν που είμαστιν κοπελλούθκια του σκολείου.

Υστερα που τα καλωσορίσματα, εκάτσαμεν στη σάλαν τζι η χωρκανή μου έφερεν τζιαι τζέρασε μου γλυκόν του αθασιού. Εφερεν τζιαι σουτζιούκκον τζιαι διάφορα πωρικά τζιαι παγωμένα αναψυχτικά που το ψυγείον.

Εμείναμεν για λλίην ώραν βριχτοί γιατί που τη συγκίνησην επιάστηκεν η γλώσσα μας. Γιάλι-άλι, όμως, εξαπολύθηκεν τζι αρκέψαμεν να λαλούμεν για το χωρκό μας που τωρά κρατούν το οι Τούρτζιοι. Είπαμεν για τα παιγνίθκια που παίζαμεν μες τα σοκκάτζια τζιαι καντούνια, για τους συνότζαιρους μας τζιαι που βρίσκουνται σήμμερα. Είπε μου ποιοι επεθάναν, ποιοι εξενητευτήκαν, ποιοι εμείναν στο χωρκόν τζιαι ποιοι επήαν στη Χώραν τζιαι στο Βαρώσιν.

-"Υστερα που τον πόλεμον, όμως", ετέλειωσεν η χωρκανή μου, "εγινήκαμεν σαν τα παιθκιά του λαού.. Ο καθένας έπισεν μιαν στράταν. Εν ηξέρει κανένας που βρίσκουνται σήμμερα".

-"Εσού πως περνάς;" ερώτησα.

-"Πως περνώ η γέρημη. Ετο, που τον τζαιρόν που πέθανεν ο άντρας μου εκλειώθηκα έσσω τζιαι κλαίω τη μοίρα μου".

-"Που ριάλια πως πάεις;"

-"Δουλεύκει η κόρη μου στούντο γραφείον που την ήβρες. Πιάννω τζι εγιώ το ροσφυγικόν τζιαι ζιούμεν. Δόξα σοι ο Θεός, περνούμεν. Μη σιειρόττερα, να λαλούμεν".

-"Εν πρέπει νάσιεις παράπονον, χωρκανή", λαλώ της. "Το σπιτούιν που σου έδωκεν η Κυβέρνηση εν μια χαρά. Ούτε ενοίκιον πκιερώννεις ούτε τίποτε. Πρέπει νάσαι ευκαριστημένη".

-"Εν έχω παράπονον, χωρκανέ. Αμμά εν έσιει σαν το σπίτι σου".

-"Γιατί τούτον έννεν δικό σου; Εσιει κανέναν που έρκεται τζιαι κάμνει μούτρα;"

-"Οϊ, έννεν τούτον. Το δικό σου το σπίτιν έσιει άλλη χάρην".

-"Δηλαδή, σαν να μου λαλείς τωρά, ότι αν φύουν οι Τούρτζιοι που το χωρκό μας, εννά φήκεις τούντο ωραίο σπιτούϊν τζι εν να πας να κάτσεις μες το πλιθθαρόσπιτον πώσιεις στο χωρκόν;"

-"Μα είσαι με τα καλά σου, χωρκανέ; Μακάρι να φύουν τζι εγιώ την άλλην ημέραν εννά πάω κουτρουμπελλιστή".

-"Τζι εννά φήκεις τούντες ευκολίες ούλλες τζι εννά πας να μείνεις σ' έναν σπίτιν πον έσιει τίποτς;"

-"Σιήλιες φορές καλλίττερα έσσω μου τζι ας μαειρεύκω πας τη νησκιάν με τα μαζιά".

-"Τζιαι γιατί τούντο μεράκκιν ούλον, χωρκανή;"

-"Μα μπορείς να ξηχάσεις το σπίτι σου; Το σπίτιν που γεννήθηκες, νηώθηκες; Εναν πλιθθάριν του εν διώ για ούλλα τα καλά του κόσμου. Το σπίτι μου αθθυμίζει μου τες χαρές τζιαι τες λύπες που έζησα με τον άντρα μου. Κάθε γωνιά του έσιει τζιαι την δικήν της ιστορίαν. Τζει μέσα ενήωσα τα μωρά μου. Ξηχάννεται;"

-"Εσιεις δίκαιον, χωρκανή. Ο Θεός να δώκει να φύουν οι Τούρτζιοι, να μπορέσει ο κόσμος να πάει στα σπίθκια του".

Πολλοί αναρωθκιούθνται γιατί οι πρόσφυγες μας θέλουν ίλλε τζιαι καλά να παν έσσω τους αφού οι παραπάνω ήβραν καλλίττερα σπίθκια που τα δικά τους. Την απάντησην έδωκεν την η χωρκανή μου, μια απλή γεναίκα, χωρκάτισσα, με τον απλόν χωρκάτικον τρόπον της.

Εν για τούτον που ο κόσμος της Κύπρου μας εν θα σταματήσει ποττέ του ν' αγωνίζεται ώσπου ν' αναγκαστούν οι Τούρτζιοι να φύουν τζιαι να μπορέσουν οι πρόσφυγες μας να πάσιν έσσω τους άφοα.

Αμποτες, Θεέ μου, τούτ' η ώρα να μέννεν μακριά.

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

17.7.78

 

 

Το ανώβλιον τζιαι το κατώβλιον

 Οι πρωτινοί, έχουν να πούσιν, ήταν πολλά νούσιμοι. Πριν να πουν μια κουβένταν ενηστεύκαν σαράντα μέρες. Εν για τούτον που λαλούμεν τζι εμείς κάποτε τη φράση: "Ενήστευκες για να μας το πεις;" Που πάει να πει ότι έσιει μιάλο νόημαν η κουβέντα. Γιατί τζιαι που λαλείτε, είπαν κάποτε οι πρωτινοί:

"Αμμέν φατσιήσεις στο ανώβλιον εν θωρείς το κατώβλιον".

Με τούντη παροιμίαν εθέλαν να πουν ότι, ένας που κάμνει το μουττάτον τζιαι παρπατεί κορτωτός, μπορεί να πάει ολόϊσια τζιαι να φατσιήσει πας το ανώβλιον της πόρτας γιατί εν καταδέχεται να σσιύψει. Αμαν τη φάει τζι ύστερα, όμως, σσιύφκει, θέλοντας τζιαι μη.

Ετσι εξηγιέται η παροιμία, αμμά τζείνον που θέλει να μας πει τζιαι να μας παραντζείλει εν διαφορετικόν. Πριν να φατσιήσουμεν πας το ανώβλιον, να σσιύψουμεν να δούμεν το κατώβλιον. Οϊ να φκάλει η κκελλέ μας τζερρατούθκια πρώτα τζι ύστερα να σσιύψουμεν.

Το δίδαγμαν της παροιμίας, φυσικά, εν παραβολικόν. Γιατί, πάντα οι παροιμίες εν σαν τα λόγια του Χριστού, που άλλα ελάλεν τζιαι άλλα εννοούσεν. Τζιαι τούτη η παροιμία εν σαν τες παραβολές, που πρέπει ένας να τες καταλάβει για να κάμει τζείνον που διδάσκουν. Αμαν εν κόφκει ο νους του, ας φακκά τη κκελλέν του.

Ενας άθθρωπος, πριν να κάμει κάτι, πρέπει να σκέφτεται. Αραε σου, εν καλά πον να κάμω; Οξά εν νάβρω τον πελάν της τζεφαλής μου; Οι νούσιμοι κάμνουν τζείνον που πρέπει. Λοαρκάζουν τα ούλα τζι ύστερα ν' αρκέψουν μια δουλειάν. Εσιει, όμως, μερικούς, που κάμνουν τους έξυπνους, που διούν μέσα τζι όποιον πάρ' ο Χάρος.

Αν ηππέσουν έξω την πρώτη φοράν μπορεί να τους συγχωρήσει ένας. Αμαν το ξανακάμουν, όμως, εν έσιει δικαιολογίαν. Εφατσιήσαν πας το ανώβλιν τζι εν εσσιύψαν να δουν το κατώβλιν. Τέθκοια πράματα εν συγχωρκούνται γιατί, όπως ελαλούσαν τζι οι αρχαίοι Ελληνες "το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού".

Τωρά, για νάρτουμεν τζιαι στο προκείμενον. Τούντην παροιμίαν εν τζι είπου σας την του κουτουρού. Εχω τον λόον μου. Εσιει κάτι Κυπραίους που προτιμούν να γεμώσει η κκελλέ τους τζερρατούθκια, φάκκα-φάκκα πας τ' ανώβλιον, παρά να σσιύψουν να δουν το κατώβλιον. Τζιαι εξηγούμαι:

Πριν τέσσερα χρόνια εβρεθήκαν κάτι "πατριώτες", που αποφασίσαν να σώσουν την Κύπρον. Εσμιχτήκαν με κάτι άλλους "πατριώτες" που την Ελλάδαν τζι εκάμαν το πραξικόπημα. Πριν το πραξικόπημαν εκάμναν ότι εμπορούσαν για να φοϊτσιάσουν τον κόσμον. Εθέλαν να πιστέψουμεν ότι τούτοι ήταν οι μόνοι πατριώτες τζιαι ούλοι οι άλλοι ήταν προδότες.

Για να μας κάμουν να πιστέψουμεν πως είχαν δίκαιον, εβάλλαν πόμπες σε αστυνομικούς σταθμούς, σε κυβερνητικά γραφεία τζιαι σε άλλα δημόσια χτίρια. Επειδή εν τα καταφέραν να μας πείσουν, εποφασίσαν να κάμουν τζείνον πον το εχώρεν ο νους του αθθρώπου. Εκάμαν το πραξικόπημαν. Τζι ενομίσαν ότι εσώσαν την Κύπρο.

Τωρά, αν την εσώσαν ή όϊ, ξέρουμεν το ούλοι. Αννοίξαν τες πόρτες τζι έδωκεν η Τουρτζιά έσσω. Σιηλλιάες συμπατριώτες μας εγινήκαν πρόσφυγες, το μισό νησί μας εσκλαβώθηκεν, έξω τζείνοι που εσκοτωθήκαν, που ατιμαστήκαν, που εβασανιστήκαν, που εχαθήκαν. Τζιαι τούτα ούλλα εγινήκαν για να ... σωθεί η Κύπρος. Εν ελοαρκάσαν, πριν να ξεκινήσουν, ήντα συνέπειες ήταν νάσιει η πράξη τους. Εφάτσιησεν η κκελλέ μας πας το ανώβλιον τζι έφκαλε μια παμπούλαν ίσια με τη μάππαν που παίζουν φούρπον.

Υστερα που τούντην κατραπατσιάν ούλλην, έπρεπεν να συνάξουμεν τον νου μας, όπου τον έχουμεν. Να κάμουμεν ότι μπορούμεν να σάσουμεν τα πράματα. Να μείνουμεν μονόβουλοι τζιαι ν' αγωνιστούμεν να δκιώξουμεν τον Τούρκον που τα μέρη μας. Το κακόν που μας ήβρεν εν πολλά μιάλον. Μόνον άμαν είμαστιν ούλλοι ενωμένοι εννά μπορέσουμεν να πετύχουμεν το σκοπό μας.

Στην αρκήν εφάνηκεν ότι το φάτσιημα στο ανώβλιον έκαμε μας να σσιύψουμεν να δούμεν το κατώβλιον. Φαίνεται, όμως, πως άμαν έκατσεν η παμπούλα που πας το μέτωπο μας, εξηχάσαμεν τη φατσιάν που φάαμεν τζι αρκέψαμεν πάλαι να παρπατούμεν κορτωτοί. Επειδή ο πολλύς πόνος επέρασεν, εν μας κόφτει αν ηξανασηκωστεί η παμπούλα. Διαφορετικά εν εξηγούνται τα νέα που μας ήρταν που την Κύπρον, την περασμένην εφτομάδαν.

Εν πιστεύκω νάσιει άθθρωπον, που εν του εσηκώστην η τρίχα του, άμαν άκουσεν πως Κυπραίοι, τη σήμμερον ημέραν, κάμνουν συνωμοσίαν να ρίψουν την Κυβέρνησην που έφκαλεν ο κόσμος για να κυβερνήσει την Κύπρον. Που εξανακούστην, τες ημέρες που αθθυμούμαστιν τζειν' τες καταραμένες ώρες που εφέραν τη συφφοράν στον τόπο μας τζιαι που εμαυροφορέσαν το νησί μας, να βρίσκουνται αθθρώποι να σκέφτουνται με τον ίδιον τρόπον που εσκέφτουνταν τζείνοι, οι δήθεν "πατριώτες", του 1974;

Μπορεί να πιστεύκουν πως έχουν δίκαιον, όπως τζιαι τζείνοι, αμμά η Ιστορία τους απόδειξεν πως έχουν άδικον. Εν σηκώννει, σήμμερα, να βάλλουμεν μπροστά τες προσωπικές μας μικροφιλοδοξίες τζιαι να δημιουργούμεν ρήγματα στες γραμμές μας, άμαν ηξέρουμεν ότι ένας είναι ο εχθρός μας. Τζείνον πρέπει πάντα να προσπαθούμεν να νικήσουμεν τζι όϊ να προσπαθούμεν να φκάλουμεν τ' αμμάτιν του αρφού μας.

Το πάθημαν του '74 πρέπει να μας γινεί μάθημαν. Εφατσιήσαμεν μια φοράν στο ανώβλιον. Κανεί μας. Αν ηξαναφατσιήσουμεν, εννά χάσουμεν τζιαι τ' αυκά τζιαι το καλάθιν. Ας το βάλουν καλά στο νουν τους, τζείνοι που έχουν σαν σκοπόν τους το προσωπικόν τους συφφέρον τζιαι ξηχάννουν ποιον εν το καλόν τζιαι το πρέπον για ούλον τον λαόν της Κύπρου.

Ας πάρουν την παραντζελλιάν που λλόου μου. Να τ' αφήκουν τούτα ούλα στην πάνταν τζιαι να δώκουν το σιέριν να δουλέψουν μαζί με την κυβέρνηση μας, για να σώσουμεν την Κύπρο μας τη βασανισμένην.

Τούτα έχω να πω εγιώ,

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ

24.7.78

Ο Χωρκάτης στο συλλαλητήριο 

Την Κυριακήν που εγίνηκεν το συλλαλητήριο για την Κύπρον, η γεναίκα μου εσηκώστην που το χάραμαν του φου τζι έβαλεν τες φωνές:

-"Ανου πάνω, ολάν, τζι εξημέρωσεν".

Αννοιξα τα μμάθκια μου, εποκνιάστηκα νακκουρίν τζι εδείκλισα έξω που το παραθύριν. Είδα ότι, όσον τζι έφκηκεν ο ήλιος. Εβαλα τες φωνές της γεναίκας:

-"Μάνταμ πώπαθες", λαλώ της, "τζι άρκεψες φωνές πορνό-πορνόν;"

-"Μα εξήχασες πως σήμμερα εννά πάμε στο συλλαλητήριον;"

-"Ποιος σούπεν πως το εξήχασα; Το συλλαλητήριον εν η ώρα δκυόμισυ. Ηντα με ξύπνησες που τες αυκάες;"

-"Πρέπει να σηκωστείς, να σαστούμεν. Εγιώ θέλω νάμαι που τες πρώτες".

-"Παραίτα με, ρε γεναίκα, άφης με να τζοιμηθώ νακκουρίν τζι εν γλήορα κόμα".

Με σιήλλια - τράντα βάσανα, άφηκε με να κόψω αλλό κανένα κουρίν. Εν έφτασα να τον πάρω τζι άρκεψεν πάλαι:

-"Ατε, ολάν, ξύπνα τζι ο ήλιος έφκηκεν δκυο κοντάρκα πάνω. Σήκου τζι εν ν' αρκήσουμεν".

-"Ου! Μα εν υποφέρνεσαι πιον. Εν μας αφήννεις να χορτάσουμεν λλίον ύπνον. Σαν που τζι εννά σε κάτσω νύφφην τζιαι βιάζεσαι".

-"Τούτον εν παραπάνω που τη νύφφην. Πρέπει να πάμε γλήορα να φωνάξουμεν για την Κύπρο μας".

-"Ε! Καλά, έτο σηκώννουμαι. Βάρτον καφέν πάνω ώσπου να φορήσω τα ρούχα μου".

Να μεν σας τα πολλυλοώ, εσαστήκαμεν τζι ακόμα μεσομέριν εν εγίνηκεν.

-"Είες που σου λάλουν να μ' αφήκεις να τζοιμηθώ αλλό νακκουρίν".

-"Ωσπου να πάμε γιάλι-άλι με το τραίνον, εν νάρτει η ώρα του συλλαλητηρίου".

Επιάσαμεν σιερκές-σιερκές με τη γεναίκαν τζι επήαμε στο σταθμόν. Αμαν ήρτεν το τραίνον, εμπήκαμε μέσα τζι εκατεβήκαμε στο Σίτι. Επήαμεν ολόϊσια στην Κυπριακήν Κοινότηταν. Τζαμαί ήταν να συναχτούν ούλλοι για το συλλαλητήριον. Αμαν εμπήκαμε μέσα είδε μας ο φίλος μου ο Αρβίλης τζι έβαλεν φωνήν του καφετζή:

-"Κάμε καφέες του Χωρκάτη τζιαι της γεναίκας του".

Εκάτσαμεν, ήπιαμεν το καφέ μας τζι επιάσαμεν κουβένταν με τους Κυπραίους πούταν συνάμενοι. Η κουβέντα, φυσικά, ήταν για την Κύπρον. Εννά φύουν οι Τούρτζιοι οξά εννά με φύουν. Εννά ξαναδούμεν την Κύπρον ελεύτερην τζιαι ενωμένην οξά εννά μείνει μοιρασμένη για πάντα; Ο καθένας ελάλεν το πειν του τζιαι το ξειν του.

Είπαμεν τζιαι για την τελευταία συνωμοσίαν που γίνηκε στην Κύπρον. Ούλοι είπαν "πράβο" του Σπυρή που τα κατάφερε να τους ηξησσιεπάσει πριν να ξημουττίσουν.

Αμαν εγίνηκεν δκυο η ώρα, η γεναίκα άρκεψεν τζι εκάθετουν πάς τα κάρβουνα. Αρκεψεν το μουρμουρκόν:

-"Ατε, ολάν, πάμεν τζι εν ν' αρκήσουμεν".

-"Με βιάζεσαι, λαλώ σου τζιαι μεν μουρμουράς. Που δαμαί, δκυο λεπτά είναι".

Την ώραν που εφκαίνναμεν της πόρτας εδώκα μας που μια ταπέλλαν. Η δική μου έγραφεν "Εξω οι Τούρτζιοι που την Κύπρον". Τζείνη που δώκαν της γεναίκας έγραφεν "Οι πρόσφυγες στα σπίθκια τους".

-"Τωρά που εννά πάτε στην παρέλασην, να τες κρατείτε ψηλά να τες θωρεί ο κόσμος τζιαι προ παντός οι Αφστραλοί", είπα μας.

-"Με φοάστε", λαλώ τους, "εγιώ εννά τους τες ημπήξω μες τ' αμμάθκια".

Αμαν εφτάσαμεν στο Εξιπίσιον, εκατάλαβα ότι η γεναίκα είσιεν δίκαιον. Είσιεν τζαμαί πολλύν κόσμον συνάμενον. Ενεκατωθήκαμεν τζι εμείς μιτά του. Την ώραν που ήταν να ξεκινήσει η διαδήλωση, ήρταν οι υπεύθυνοι, με κάτι κουρτελλούες άσπρες πας στα μανίτζιαι τους, τζι εβάλα μας στη γραμμή.

-"Τέσσερεις-τέσσερεις να παρπατείτε", είπα μας, "τζιαι να κρατείτε τη ζαβριάν μερκάν της στράτας".

Εξεκίνησεν η παρέλαση. Μπροστά-μπροστά επήαιννεν έναν αυτοκίνητον της Αστυνομίας. Πίσω του ήταν ένα δικό μας αυτοκίνητον με τα μεγάφωνα τζι ένας δικός μας που εφώναζεν συνέχεια συνθήματα στα εγγλέζικα. Υστερα ακολουθούσαν οι επίσημοι τζιαι ο κόσμος.

Εκαμε μου μεγάλην εντύπωσην που ήρταν τζιαι Αφστραλοί στην παρέλασην. Ενας που ήταν δίπλα μου εξήγησε μου:

-"Εν φίλοι της Κύπρου τούτοι. Πάντα υποστηρίζουν μας".

Αμαν εκοντέψαμεν στο Μνημείον του Αγνωστου Στρατιώτη αρκέψαν τζι εππέφταν μποραντίνες.

-"Α! Παναΐα μου, επιάσαν τα νερά", εφώναξεν η γεναίκα μου. " Τζι άεις το, εν έφερα την κουμπρέλλα μου να μεν γινούμε σουππίν".

-"Μα φοάσαι τούντες κουλλουπιές;  Οι πρόσφυγες, οι καημένοι, ήνταμ πον να πουν, που ετρώαν τα νερά τέσσερα χρόνια; Αφησε να καταλάβουμεν τζι εμείς λλίον τον νόστον".

Υστερα που λλίον εφτάσαμεν. Εσυνάχτηκεν ο κόσμος ούλλος τζι αρκέψαν οι ομιλητές. Πρώτος έφκηκεν ο Τούμπουρος, ο Πρόεδρος τους Κυπραίους τζι είπεν για το πραξικόπημαν τζιαι την εισβολήν. Υστερα εκαλέσαν τον Γουΐτλαμ, που έκαμεν Πρωθυπουργός μας, τζιαι είπεν μας τα δικά του. Εν τζι εκατάλαβα τζιαι πολλά πο' τζείνα πούπεν αμμά, φαίνεται, πως εν καλά που λάλεν γιατί επισκαλίζαν του συνέχεια.

Εμιλήσαν τζι άλλοι. Είπαν μου εν βουλευτάες. Ούλλοι εσυντυχάνναν εγγλέζικα. Εμέναν τα εγγλέζικα μου δκυο είναι. Εν ημορώ να σας πω ήνταμ πούπασιν. Ελπίζω, ο φίλος μου ο Σιαμαρής να σας τα γράψει. Τζείνος καταλαβαίννει τη γλώσσαν. Ευτυχώς πούταν τζι ο Γκονόπουλος τζι είπε μας λλία πράματα στη γλώσσα μας τζι εκαταλάβαμεν.

Την ώραν που εφκάλλαν τους λόους, όποτε εταίρκαζεν, έβαλλα τες φωνές τζι εγιώ τζι η γεναίκα μου. Μιαν εφωνάζαμεν "αίσχος" τζιαι μιαν "ζήτω", μα η φωνή μου όσον τζι έφκαιννεν γιατί που τες φωνές τες πολλές εβράγνιασα. Την ώραν που εμιλούσαν επιάσαν τζιαι τα νερά, μα κανένας εν ετάραξεν. Εμείναν ούλοι τζαμαί ώστι να τελειώσουν.

Πολλοί λαλούσιν ότι το συλλαλητήριον ήταν επιτυχία. Εγιώ, όμως, νομίζω ότι εν ήτουν. Που ότι ξέρω, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ήρταν στην Αφστράλιαν πάνω-κάτω πέντε σιηλλιάες πρόσφυγες. Είσιεν τζιαι καμμιάν τριανταρκάν Κυπραίους δαμέσα, γινησκούμαστιν τριανταπέντε σιηλλιάες.. Εσιει τζιαι καμμιάν εκατοπεηνταρκάν σιηλλιάες που την Ελλάδαν, αμμέννεν τζιαι παραπάνω, γινησκούμαστιν ούλλοι ...πόσοι;

Αν ήρταν στο συλλαλητήριον τζιαι πέντε σιηλλιάες, οι άλλοι ούλλοι που είναι; Εφοηθήκαν τα νερά τζιαι την κρυότην; Φαίνεσται μου ότι, "ο χορτάτος του νηστικού εν του πιστεύκει", που λαλεί τζι ο λόος.

Λαλούν μας το μέραν νύχταν ότι χρειαζούμαστιν ούλλοι ως τον έναν για να κερτίσουμεν τον αγώναν. Μα εμείς ... στου κουφού την πόρταν.

Ο ΧΩΡΚΑΤΗΣ  

 31.7.78

Ο Χωρκάτης τζ' ο Κατέρας

Αμαν άκουσα τα νέα ότι τζι η Βουλή τους Αμερικάνους εψήφισεν να ξαναρκέψουν να πέμπουν όπλα στην Τουρτζιάν, επιάσαν με τα νεύρα. Που τον θυμό μου εν έξερα ήνταμ που λάλουν. Οποιος μου εσυντύχαννεν, ήταν σαν να μου επίταν ξύθκια. Εγύρευκα κανέναν να φκάλω τ΄άχτιν μου πάνω του. Αλλά σε ποιον; Οσοι ήταν ήταν μιτά μου ήταν τζιαι τζείνοι "πυρ τζιαι μανία", για τον ίδιον λόγον.

Εστησεν μας την πάλαι ο Πρόεδρος Καρτέρας. Ποτζεί ήτουν, ποδά ήτουν,  με τα λοούθκια του, με τες ψευκιές του, με τες φοέρες του, εκατάφερεν τζιαι την Γερουσίαν τζιαι την Βουλήν της χώρας του να σταματήσουν το εμπάργκο της Τουρτζιάς.. Τζιαι τωρά τρίφει τα σιέρκα του που τη χαράν του.

Για να μου περάσουν τα νεύρα επήα στην ταβέρναν του φίλου μου του Ζηντίλη τζι ήπια δκυο ποτήρκα κοφτά κοννιάκκιν κυπραίϊκον. Αμαν με είδεν ο φίλος μου ο Κώστας, εκατάλαβεν μονομιάς ότι κάτι μου συμβαίννει, ότι εν είμαι στα καλά μου, τζιαι γυρίζει τζιαι λαλεί μου:

-"Μάνταμ πώπαθες, κουμπάρε Χωρκάτη, τζιαι φαίνεσαι σαν τον νευριασμένον; Καταλαβαίννεσαι πόναν μίλιν τόπον, πως κάτι έσιεις. Εσυνέβηκεν σου τίποτε;"

-"Εν έμαθες τα νέα;  Ο φίλος μας ο Καρτέρας εκατάφερεν τζείνον πόθελεν. Εκατάφερεν να ψηφιστεί, να ξαναπέμπει η Αμερική όπλα στην Τουρτζιάν".

-"Ωστε έτσι, ε! Ηνταμ πον να κάμουμεν τωρά εμείς;"

-"Ενας Θεός ηξέρει. Μπορούμεν να κάμουμεν τζιαι τίποτε; Πρέπει να το πάρουμεν απόφασην, ότι τον αγώναν εννά τον συνεχίσουμεν μανισιοί μας τζιαι να μεν καρτερούμεν που κανέναν βοήθειαν. Εγιώ, όμως, τωρά, εννά κάμω κάτι πον το ξανάκαμεν κανένας".

-"Ηνταμ πόκοψεν ο νους σου;"

-"Εννά πάω να τηλεφωνήσω του φίλου μας του Καρτέρα τζιαι να του τα ψάλλω κυπραίΐκα".

Εν έχασα τζαιρόν. Μόλις ετέλειωσα το κοννιάκκι μου, επήα έσσω τζι άρπαξα μονομιάς το τηλέφωνο. Ούτε καλησπέρα εν είπα της γεναίκας. Επιασα τον αριθμόν του Λευκού Οίκου τζι εζήτησα που την κοπέλλαν που απάντησεν το τηλέφωνον να με βάλει να συντύχω με τον Πρόεδρον Καρτέραν. Ητουν πολλά ευγενική η κοπέλλα τζιαι μονομιάς ένωσεν με τζια ακούω μια φωνήν να μου λαλεί:

-"Χαλόου! Χους δέαρ;"

-"Εγιώ είμαι, ο Χωρκάτης. Εσού είσαι ο Πρόεδρος Καρτέρας;"

-"Γιου γκρικ;" ρωτά με.

-"Ναι", λαλώ του, "γκρικ Κυπραίος. Φέρε ένα δραομάνο για να εξηγούμαστιν γιατί εν σου καταλαβαίννω έτσι που συντυχάννεις".

Φαίνεται, εκατάλαβεν ήνταμ που του είπα γιατί ύστερα που λλίον ήρτεν ένας άλλος στο τηλέφωνον, που μου εσύντυσιεν στη γλώσσα μου

-"Είσαστιν Κυπραίος, κύριε;" λαλεί μου.

-"Ναι", λαλώ του, "βέρος, που τα νύσια ως την κουρίαν".

-"Θέλετε να μιλήσετε στον κύριον Πρόεδρον;"

-"Για να του τηλεφωνήσω, πάει να πει ότι θέλω να του μιλήσω".

-"Εντάξει. Να μου μιλάς εμέναν τζι εγιώ εννά του εξηγώ τζιαι να σιου διώ την απάντησην του. Πες, πως μιλάς μιτά του. Εντάξει;"

-"Τζιαι παρατάξει. Αρκέφκω, λοιπόν. Κύριε Καρτέρα, αθθυμάσαι πόφκηκες Πρόεδρος;"

-"Και βέβαια θυμούμαι".

-"Αθθυμάσαι ποιοι  σε φκάλασιν;"

-"Με έβγαλεν ο λαός της Αμερικής