Μαζίν για επανένωσην

Μαζίν για επανένωσιν δίκαιην κοινωνίαν

Τζιαι μιαν κοινήν να έχουμεν Τζιύπρον τζιαι πολιτείαν.

Τούρτζιοι, Ρωμιοί, Λατίνιοι, Αρμένιοι, Μαρωνίτες

Του τόπου μας να είμαστιν φρουροί μέρες τζιαι νύχτες.

Η Τζιύπρος ναν το σπίτιν μας τζιαι πλούτος μας η γη μας

Γιατί τούτη ανήκει μας τζιαι τούτη εν δική μας

Θκιά μας ψουμίν, φρούτα, φαΐν, νερόν πον η ζωή μας.

Αγαπημένοι να’μαστην προπαντός μονιασμένοι

Τζι’η Τζιύπρος ναν για λλόου μας τζιείνη ναν ενωμένη.

Καθένας μας να ζιούμεντε στον τόπον τον δικόν του

Αφού τζιείνου ανήκει του τζι’εν κληρονομικόν του.

 

Παναγιώτης Ζήνωνος (Τεμπριώτης),

Oρμήδεια

 

 

Μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους…

 Τις ζούσαμε πραγματικά και τις περιμέναμε με αγωνία εμείς τις Εθνικές επετείους. Με το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα της Κύπρου να μεταδίδει ολημερίς εμβατήρια και τα τραγούδια του 40. Παρελάσεις, αναπαραστάσεις μαχών, λαμπαδοδρομίες, απονομή τιμών στους παλαίμαχους πολεμιστές. Και είναι πολλές χιλιάδες οι Έλληνες Κύπριοι που έφυγαν εθελοντές για τον πόλεμο. Πολέμησαν παντού. Από τις ψηλές βουνοκορφές της Πίνδου, το Αργυρόκαστρο, τους Άγιους Σαράντα, το Τεπελένι, μέχρι τις βαθιές χαράδρες της Κλεισούρας  και τις πλαγιές του731.

Να τι μετέδιδε την επομένη της 28ης Οκτωβρίου του 1940, από την Λευκωσία ο ανταποκριτής του Ρέουτερ: «Εις ολόκληρον την Κύπρο επικρατεί αφάνταστος ενθουσιασμός αφ’ ής στιγμής ελήφθη η είδηση ότι η ΕΛΛΑΔΑ απεφάσισε ν’ αμυνθεί διά των όπλων εις την Ιταλικήν επίθεση. Εις ολόκληρον την νήσον υψώθηκαν Ελληνικές σημαίες οι οποίες κυμάτιζαν παρά τας Αγγλικάς. Μέγα πλήθος, συγκεντρώθη προ του Ελληνικού προξενείου και έψαλλεν  Ελληνικούς ύμνους. Εις το προξενείο της Λευκωσίας κατά πυκνάς μάζας προσέρχονται ευσταλείς Ελληνοκύπριοι ζητούντες να αποσταλούν εις την Ελλάδα όπως υπηρετήσουν εις τας τάξεις του Ελληνικού στρατού».

Παρ’ όλα αυτά, λίγους μήνες αργότερα, ο βρετανός πρωθυπουργός απαγορεύει στην εξόριστη Ελληνική κυβέρνηση να εγκατασταθεί στην Κύπρο. Δεν επιτρέπει ακόμη την εκπαίδευση Ελλήνων νεοσυλλέκτων στο νησί. Και όλα αυτά, την ίδια ακριβώς ώρα που άναυδος από τις ηρωικές θυσίες των παιδιών της μάνας Ελλάδας, δήλωνε, πως τώρα πια θα λέμε: «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

Κάναμε τραγούδι τον καημό, με στίχους που κέντησαν ο Τραϊφόρος και ο Σουγιούλ και απέδιδε εξαίσια η τραγουδίστρια της νίκης Σοφία Βέμπο: «Ποιος το περίμενε στ’ αλήθεια, να βγουν ψευτιές και παραμύθια και να ξεχάσουν πια τα λόγια εκείνα τους, που μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους… Σε κάθε χιονισμένη ράχη, σαν πολεμούσαμε μονάχοι, όλοι λαγούς με πετραχήλια μας ετάζετε και μες τα μάτια με λατρεία μας κοιτάζετε. Μα ξεχασμένα όλα εκείνα, η Πίνδος και η Πρεμεσίνα, ίσως μια μέρα εμάς που τόσο αίμα χύσαμε να μας καθίσουν στο σκαμνί γιατί νικήσαμε…. 

 Μα φυσικό θα μας φανεί κι’ αυτό ακόμα και στην Ελλάδα μας θα πούμε μ’ ένα στόμα: Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, όσο μπορείς κρατήσου και στα παλιά παπούτσια σου γράψε όσα λεν οι εχθροί σου, κι’ αν μας την έσκασαν με μπαμπεσιά  οι σύμμαχοι με μπαμπεσιά στην μοιρασιά, κάνε κουράγια Ελλάδα μου μην μας αρρωστήσεις, γιατί το θέλει κι ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις».

 Και η ιστορία. Τι να έγραψε αλήθεια η Ιστορία για εκείνη την ανεπανάληπτη εποποιία των Πανελλήνων. Να τι γράφει στο ημερολόγια του ο αείμνηστος πολεμιστής του Αλβανικού έπους Κωνστάντιος Γιαλλουρίδης: «Η ιστορία μας διδάσκει ότι οι νικητές του β΄ Παγκοσμίου πολέμου, Άγγλοι, Αμερικανοί και Σοβιετικοί ηττήθηκαν από το Χιτλερικό πνεύμα, γιατί το εφάρμοσαν με τη συνδιάσκεψη της Γιάλτας (1945), πριν παραδοθεί η Γερμανία (!), γιατί εκεί μοίρασαν τους λαούς της Ευρώπης και των άλλων Ηπείρων σαν κοπάδια προβάτων. Γι’ αυτό οι «Ισχυροί της Γής» στις 8 Μαΐου του 1995, όταν εόρτασαν τα πενηντάχρονα της νίκης κατά του άξονα στην Μόσχα, δεν βρήκαν σκόπιμο  να αναφερθούν στην συμβολή της Ελλάδας στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ εξήραν την συμβολή της Γαλλίας, που χάρη στο «πουρκουά» των Γάλλων   στρατιωτών παραδόθηκε σε 20 μέρες! Η μάνα Ελλάδα που όχι μόνο απουσίασε από την απονομή των επάθλων της νίκης, αλλά βρέθηκε να αιματοκυλίζεται στα χωριά, στις πόλεις, στα βουνά και στα λαγκάδια, από μια ανελέητη εμφύλια συμφορά.

 Για όσους ακόμα απορούν λοιπόν για εκείνη την απίστευτης γενναιότητας  αντίσταση των Ελλήνων απέναντι στις σιδερόφρακτες στρατιές του Χίτλερ αρκεί μια μικρή μόνο υπόμνηση από τον Στρατηγό των Στρατηγών, τον Ιωάννη Μακρυγιάννη: «Όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας, Να ‘ρθη ένα να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στέργομαι να μου βγάλη και τα δυό μάτια. Ότι αν είμαι στραβός και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει. Αν η πατρίδα μου είναι αχαμνά, δέκα μάτια να ‘χω, στραβός θα να ‘μαι. Ότι σ’ αυτήνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπόν να πάγω αλλού».

 Και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης:  «Ο κόσμος μας έλεγεν τρελούς. Ημείς αν δεν είμεθα τρελοί δεν εκάναμεν την επανάστασιν διατί ηθέλαμεν συλλογισθή πρώτον διά πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυραταποθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει την δύναμιν την ειδική μας, την τουρκικήν δύναμιν. Τώρα που ενικήσαμεν, που ετελειώσαμεν με το καλό τον πόλεμο μας μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμεν ηθέλαμεν τρώγει κατάρες».

 Επίκαιρα όπως πάντα μηνύματα για όλους μας. Αρκεί βεβαίως να μην έχουμε ήδη παραδοθεί στον αδηφάγο παγκοσμιοποιημένο, δήθεν πολυπολιτισμικό με τα ξύλινα πόδια αμερικανικό γίγαντα…Αυτή είναι η αληθινή Ιστορία μας κυρίες και κύριοι και όσοι πιστοί προσέλθετε.

 Ντίνος Αυγουστή

Εκπαιδευτικός στο Α.Τ.Ε.Ι. της Λάρισας

Από το Μονάγρι Λεμεσού.

a.avgoustis@hotmail.com.

 

 

           28 τ’ Οχτώβρη

 

Κοσιοχτώ τ’ Οχτώβρη, φίλοι μου, μια εθνική ημέρα,

Μέρα του ΟΧΙ του τρανού τζαι του ηρωικού ΑΕΡΑ.

Γιορτάζουν οι Πανέλληνες, γιορτάζ’ η ανθρωπότης,

Γιορτάζ’ η Αρχιεπισκοπή, γιορτάζει τζ’ η Κοινότης.

 

Με συγκεντρώσεις, με γιορτές, λόους, χορούς, τραούθκια,

Δείχνουν την περηφάνεια τους μιάλοι τζαι κοπελλούθκια.

Ούλοι μας αθθυμούμαστιν το έπος του Σαράντα

Που η μιτσιά Ελλάδα μας είπε στο φασισμό «στη πάντα».

 

Πάνω στις Πίνδου τα βουνά γράφτηκεν ιστορία,

Οταν μια χούφτα Ελληνες τάβαλαν μ’ αυτοκρατορία.

Τα παλληκάρια μας πολέμησαν του φασισμού τα στίφη,

Εχοντας για ασπίδα τους τα ηρωικά τους στήθη.

 

Εθαύμασεν τους ο τουνιάς, π’ αρκάτην ως τον πόσιην,

Που πρώτοι αυτοί εβάλασιν στον Αξοναν αντρόσιην.

Τζαι όμως η Ελλάδα μας στο τέλος αδικήθηκεν

Γιατί που τους συμμαχους της τέλεια περιφρονήθηκεν

 

                       Χάρης Σιαμαρής

 (Από τη συλλογή «Τα τραούθκια του Χωρκάτη»)

 

 

             ΚΥΠΡΙΑ ΠΑΘΗ

            Tης Αντρούλας Τουμάζου

 

 Στην στράταν της Ανατολής,

στο σύνορον της Δύσης

Η πέτρα η πελετζιητή τον τόπον της ιβρίσκει

Τζι ο νούσιμος ο άθθρωπος άπραχτος έν μεινίσκει

ΤΑ ΠΑΘΗ μας αρκέψασιν1 σσιλιάες2 χρόνια πίσω

στην γλώσσαν π’ αναγιώθηκα3 εν να σας τα ’στορήσω

με λλία λόγια τα παλιά μα πιο πολλά τα νέα

τζιαι βάρτε τα μες στην καρκιάν, κάμετε τα σημαία.

Γιατί εν’ πρεπός του καθενού, μιτσής4 ή μιάλος ένι5

να ξέρει πόθεν έρκεται, να ξέρει πού πηαίννει.

Έν τζιαι δκιαλέει6 το παιδί γονιόν της όρεξής του

ό,τι του λάχει, έλαχεν, τζι ευκαριστώ λαλεί του.

Μήτε τζιαι γην να γεννηθεί τζιαι σπίτιν ν’ αγαπήσει

άλλες βουλές ορίζουν τα, είνταλος να τα σβήσει!

 

ΕΜΕΙΣ εγεννηθήκαμεν στους ίλαρους7 του τόπους

μα ο γιαλός έφερνεν μας κάτεργα8 μ’ αρκαθρώπους9.

Την ζώστραν κωλοσύρνασιν πέρκι10 τους την πατήσεις

τζιαι του καβκά την αφορμήν να τους ανατζινήσεις11

Τζι αν μεν εδίας12 αφορμήν, τζιείνοι πάλε εβρίσκαν

νεπάμενοι13 τζιαι άπραχτοι ποττέ έν εμινήσκαν.

Την πίστην μας, την γλώσσαν μας ν’ αλλάξουν εγυρεύκαν

εκατακόβκαν14 μας εμάς τζιαι τζιείνοι εβασιλεύκαν.

Ούλλοι κάτι (ε)ζητούσασιν: χαλκόν, καράβκια, δούλες,

κρασίν, ψουμίν, μεταξωτά, μουλάρηες τζιαι μούλες*

Μα έν τα καταφέρασιν ’κόμα να μας ξηλείψουν15

τζι ώς το μιτσίν το κoκκαλίν θέλουν που μας να γλείψουν.

Τζιαι προπαντός πκιερώνουμεν16 τούν’ την παδκιάν17 το χώμα

στην στράταν της Ανατολής πο’ σιει ψουμίν ακόμα.

Ποιος έσιει το δικαίωμαν τζιαι όποτε του δόξει18

φέρνει στρατούς τζιαι πολεμά π’ όσσω19 μας να μας δκιώξει;

Δούλους εκάμαν μας πολλοί, Ασσύριοι τζιαι Πέρσες

Αιγύπτιοι, Σαρατζιηνοί, Φράντζιοι, Βενέθκιοι ψεύτες*

μα που τον τούρτζικον ζυ(γ)όν σιειρόττερον20 έν έσιει

τρακόσια χρόνια έφα(ε)ν μας τζι’ ακόμα εν’ μες στην μέσην.

Το γαίμαν τζιαι το δρώμαν21 μας ήπιεν τζι εστράντζισέν το

άρπαξεν μας τον τόπον μας στα δκυο εμοίρασέν τον

που το (ε)βδομηντατέσσερα* ο Τούρκος, τζι έν ταράσσει22

ποτζιεί23 που ήρτεν τζιει να πά’, μα σαν τον σσιύλλον λάσσει.24

 

 1.άρχισαν 2. χιλιάδες 3. μεγάλωσα, ανατράφηκα 4. μιτσής, μικρός 5. είναι 6. διαλέγει 7. ήρεμους, ήσυχους 8. καράβια 9. αγριάνθρωπους, σκληρούς 10 μπας και, με την ελπίδα, μακάρι, είθε 11. ανακινήσεις 12. έδινες 13. αναπαυμένοι, ήσυχοι 14. έκαναν κομμάτια, δίχαζαν, διαιρούσαν 15. εξαλείψουν, αφανίσουν 16. πληρώνουμε 17. πατημασιά 18. του φαίνεται καλό, νομίζει, του έρχεται (η ιδέα) 19. από μέσα, από το σπίτι 20. χειρότερο 21. ιδρώτα 22.δεν κουνιέται, δεν το κουνάει 23. από εκεί 24. γαβγίζει, αλυχτά

 

 ΤΟΥ ΠΡΩΤΙΝΟΥ1 παθήματα, του υστερινού γιοφύρκα.

Φταίμεν τζι εμείς που φτάσαμεν σε τούτα τα χαΐρκα2.

Αν ήταν πρώτη μας φορά που κάμναμεν το λάθος

να μεν μετρήσουμεν σωστά το τούρτζικον το πάθος

έθεν να βρίσκαμεν για μας την δικαιολο(γ)ίαν

πως για τες δυστυχίες μας φταίει η απειρία.

Τζιαιρόν εσυνογλείφουνταν3 οι Τούρτζιοι σαν την κάτταν4

αμμά εμείς αρνίν πασσίν5, εππέσαμεν στην κλάππαν.6

Τα κρίματά μας (δ)έν σβήνουν όσοι τζι αν ρέξουν7 χρόνοι

Τ’ όξινον8 πό’ φα(ε)ν ο παππούς μουδκιάζει το αγγόνι.

Θαρκιέσαι9 οι Τούρτζιοι μόνοι τους την Κύπρον εν ν’ αφήσουν

τζι όσα αρπάξασιν ’που μάς εν να μας τα γυρίσουν;

Σταμάτα πκιον10 σ τούν’ το πλευρόν να ππέφτεις να τζιοιμάσαι.

Άρκον11 εν να μ’ αθθυμηθείς: πάντα χαμένος θα ’σαι.

Ήβρες το σύκον, σήκωσ’ το γιατί σηκώνουν τ’ άλλοι

τζι ύστερα παραπόνηση πιάννει σε εσέν’ με(γ)άλη

Μα τ’ άδικον εν’ του φονιά, γιά12 εν’ του σκοτωμένου;

Η προκοπή εν’ του φρόνιμου, γιά εν’ του λαομένου13;

Τον κόσμον να τον κάμουμε ποδά τζιαι δα14 τζιηνούρκον15

έν γίνεται, μα μπόρουμεν να βκούμεν που τον βούρκον.

Με έναν βούκκον16 έν πάει ολόκληρον καρβέλλιν

Σιόν-σιόν17 γινίσκεται η αουρία18 μέλιν.

Απού την πρώτην ξυναρκάν19 τον πεύκον έν τον ρίβκεις

μήτε αρκάστην τζι αλωνιάν20 με δκυο ππαλλιές ξηλείβκεις.

Πομόνευκε,21 μα άρπασσε την κάθε ευκαιρίαν

άλλαξ’ εσού την τύχην σου τζιαι μεν λαλείς αιτία

στα πάθη που σε βρίσκουσιν πάντα πως εν’ οι άλλοι

γιατί αν μεν ποταβριστείς έν άφτει το μανάλλιν.22

Άμαν λαδκιάσεις τους τροχούς το κάρον θα τζιυλήσει23

σκλαβκιά τζιαι κακοριζιτζιά θα ξηλειφτεί, θα σβήσει.

Έτσι γυρίζει ο τροχός μες στην ζωήν τ’ αθθρώπου

έτσι αλλάσσει μανιχά24 η τύχη κάθε τόπου.

 

 1. παλαιού, αρχαίου 2. προκοπή, χαΐρι 3. αναγλείφονταν, ξερογλείφονταν, ορέγονταν4. γάτα 5. με πλήρη αδιαφορία 6. τρικλοποδιά, παγίδα 7. περάσουν 8. ξινό (μετφ. το λάθος, το αμάρτημα) 9. θαρρείς, νομίζεις 10. πλέον, πια 11. αύριο12. ή 13. τρελού, μανιακού, επιληπτικού 14. από δω και πέρα 15. καινούργιο 16. μπουκιά 17. σιγά-σιγά 18 αγουρίδα 19. τσεκουριά 20. αγριάδα και  άγριο καλοκαιρινό φυτό με αγκάθια και ιδιαίτερα οδυνηρό τσίμπημα 21. κάνε υπομονή 22.αν δεν απλώσεις το χέρι σου δεν ανάβει το μανουάλι 23. κυλήσει 24. μονάχα

 

ΤΖΙΑΙ ΑΘΘΥΜΟΥ1: σιείλη φτανά2 κράζουσιν το πουλάριν

μακάρι οι αρκόντοι3 μας νά ’χουσιν τούν’ την χάρην

να μεν ξηχάννουν: η κουφή4 πάντα κάμνει κουφούδκια

ποττέ λαούδκια5 έν γεννά μήτε τζιαι περτικούδκια.6

Ν’ αννοίξουσιν τα μμάθκια τους, τρίμματοι να γινούσιν

τα δίτζια μας να μεν χαθούν, να μεν καταριφτούσιν.7

Τότες με χρυσοκόλλυφα τζιαι χρυσοπαννυσσίες8

εν να τους μνημονεύκουσιν σ’ ούλλες τες εκκλησίες.

Το όνομάν τους εν να μπει μέσα στες ιστορίες

που πόσπασαν9 τον τόπον μας που τόσες ατυχίες.

Ειδέ καν ού10 να ξέρουσιν γενιές θα τους τιμάζουν11

π’ αφήννουσιν τους βάρβαρους να σφάζουν, ν’ ατιμάζουν

που χαλαλίζουν άσκεφτα στον Τούρκον το Βαρώσιν

με δίχα να ’χουν αντροπήν τζιαι δεν φακκούσιν γρόσιν12

που σβήνουν που τον χάρτην μας Γιαλούσαν τζιαι Καρπάσιν

Τρίκωμον τζιαι Λευκόνοικον, π’ αφήννουσιν να πάσιν

σε ξένα σσιέρκα Καραβάς, Τζιερύνεια, Ζώδκια, Μόρφου

δκιαμαντικά που στόλιζαν της Κύπρου μας τους κόρφους.

Τζι όσων εσκοτωθήκασιν για την ελευθερίαν

θα τρίζουσιν τα κόκκαλα με τέθκοιαν προδοσίαν.

Ούτε παδκιά13 που τούν’ την γην στους Τούρκους έν ανήκει.

Λόον θα δώσουν ούλλοι τους, εν να περάσουν δίκην

τζιαι που τα φόρα14 του λαού τζιαι του Θεού την κρίσην.

Αναπαήν15 έν θα ’βρουσιν ούτε στον κάτω κόσμον.

Ο Άδης εν τους ξερνά. Έν θα μυρίσει δκυόσμον

το μνήμαν τους. Ούτε πουλλίν πάνω θα τζιηλαδήσει16

τζιαι μαύρη πέτρα ασήκωτη πάνω τους θα τζιυλήσει.

Γιατί εν’ το χώμαν αλαφρόν μόνον όποιου ταιρκάζει

μα όποιος πουλεί τον τόπον του εν να πισσοχογλάζει17.

ΠΟΛΛΟΙ ελοαρκάζασιν δίχα του χανουτάρη18

κρυφά εκάμναν σχέδια να μεν πάρει χαπάριν

είνταν19 που μαειρεύκασιν. Μα ο παθός λαός μας*

έδωκεν τους απάντησην που ’ταν πρεπός. Τζι ομπρός μας

άλλη στράτα ανοίχτηκεν πάλε να ξαναρκέψουν20

λύση καλή πέρκι21 βρεθεί τζι όϊ να μασκαρέψουν

τες ατιμίες, τες ψευκιές σγιαν22 να ’ταν μέγαν δώρον

σγιάν να ’ταν μάννα τ’ ουρανού τζιαι ταίριν με τον νόμον.

 

1. να θυμάσαι 2. λεπτά (φτενά) 3. άρχοντες (πλούσιοι ή αξιωματούχοι) 4. φίδι, οχιά 5. λαγουδάκια 6. περδικάκια 7. πάνε χαμένα 8. χρυσά κόλλυβα και άρτοι 9. γλίτωσαν, απάλλαξαν, έσωσαν 10. αν όχι, ειδάλλως 11. καταριούνται 12. δεν δίνουν δεκάρα, αδιαφορούν 13. βήμα, σπιθαμή 14. δικαστήρια 15. ανάπαυση 16. κελαηδήσει 17. θα κοχλάζει στην πίσσα. 18. λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο 19.τί 20. ξαναρχίσουν 21. μπας και, είθε μακάρι 22. σαν, λες και

 

 Τζιει πού ’χαμεν να παίρνουμεν εβκάλαν πως χρωστούμεν

Πουπανοπροίτζιν1 του φονιά πως πρέπει να δϊούμεν.

Ελάτε πέτε μου τζι’ εσείς αν το φωρεί2 ο νους σας

τρία ψιχούδκια3 να δϊούν, να μας λαλούν «Κανούν σας4,

βρίξετε,5 πέτε ευκαριστώ που τούρτζικον ασκέριν

εν να σας γλέπει’6 πο τζιαι δα7, τζι ειρήνην εν να φέρει»!

Μ’ αν μεν καταλαβαίνουσιν πως του λαού πουργκεύκουν8

όποιοι κουβέρνον κάμνουσιν εν να καταϊσιέβκουν9

το γαίμαν που επότισεν τούτην την γην αιώνες

αχόρταοι καταχτητές, στόλοι τζιαι λεγεώνες

να πάσιν να φαραντζιστούν10 τζι εμείς όπως ποθούμεν

να ζήσουμεν στον τόπον μας, να πολεφτερωθούμεν.

Του κόσμου μεν νομίζουσιν πάντα εν να νϊελούσιν11

«Στες ύπουλες πολιτικές κανεί», εν να τους πούσιν

«Ώρα να πάτε έσσω σας, έφτασεν πκιον το τέλος

που (ε)ξηκανναουρίζετε τζι εφίννετε το θέρος.12

Μόνην σας έννοιαν είσιετε την πούγκαν τζιαι την δόξαν

τζι επήρεν μας ο δαίμονας για την δικήν σας λόξαν.

Τα λόγια σας έν έχουσιν με τάτιν13 με ουσίαν

τα έξι πέντε κάμνετε, ζιείτε στην αφασίαν.

Ο λόος πρώτα στο ρινίν14 τζιαι ύστερα στο στόμαν

τ’ αδράχτιν ανεμόγυρον, τζι όπ’ έσιει έναν άλλό ’ναν.

Ώσποτε εν να μας ρίβκετε σταχτόν μέσα στα μάθκια

τζι εμείς να γινισκούμαστεν σαρανταδκυό κομμάδκια;

Θαρκέστε τρώμε κόνναρα;15 Πως είμαστεν κουπά(δ)ιν

τζι όπου του δόξει του βοσκού τραβά το τζι εν να πάει;

Επάθαμεν τζι εμάθαμεν τριαντατρία χρόνια

που ζιούμεν μες στην προσφυγιάν τζιαι μες στην περιφρόνιαν.

Αν μεν ζητάς το δίτζιον σου, δίκαιον έν ιβρίσκεις.

Αν μεν αρπάσσεις το καλόν που σού ’ρκεται πορίβκεις16

την τύχην που σου έλαχεν τζιαι την καλήν σου μοίραν

τζιαι άτε νά ’βρεις ύστερις μες στ’ άσιερα την φτείραν.17

 

1. πανωπροίκι, επιπλέον προίκα 2. χωράει 3.ψίχουλα 4. φτάνουν 5. σωπάστε, σκάστε  6. φυλάει, προσέχει 7. από δω και πέρα 8. υπηρετούν 9. σπαταλούν, αφήνουν να πάει χαμένο, αχρηστεύουν 10. εξαφανιστούν, χαθούν 11. ξεγελάνε 12. ασχολούσασταν με το κανναβούρι και αφήνατε τον θερισμό, ασχολούσασταν με ασήμαντα παραμελώντας τα σπουδαία 13. γεύση 14. ακονιστήρι 15. τρώμε καρπούς της παλλιούρας (τρώμε κουτόχορτο) 16. απορρίπτεις, πετάς 17. μέσα στα άχυρα την ψείρα

 

Ο ποταμός έν κουβαλεί κουζούλες1 κάθ’ ημέρα.

Η ευκαιρία εν να χαθεί ’ννά κουπανιείς2 αέραν.

Τζιει που αστράφτει φαίνεται τζιαι τζιει που φέγγει λάμπει

μα την αλήθκειαν δκιαλαλεί τζιείνος που έσιει ανάγκην.

Οι άλλοι κλειούν τα μμάθκια τους, τίποτες έν τους κόφτει

εξόν τζι αν φτάσει το λαμπρόν ώς την δικήν τους όχτην.

Μ’ άμαν δουλεύκει ο άθθρωπος μόνον για τα ριάλια

συνάει, βουναρκάζει τα, ’γοράζει τζι άλλα μάλια3

είντα αξίαν έχουσιν αν χάσει την ψυσιήν του

αν χάσει την εκτίμησην τζιαι την υπόληψήν του;

Η αρκογκιά πά’ τζι έρκεται μα η τιμή έν σαλέβκει.

Παρασσιωνώννει4 άνεμους ’που ψέμαν μαειρεύκει.

Τζιαι ποια η σιουράντζα5 σου πως έν θα σου τ’ αρπάξουν

οι σσιύλλοι όπως συνηθούν τζιαι έν θα σε πετάξουν

στην θάλασσα. Κότζια(μ) θερκόν6 θωρείς τζιαι έν πιστεύκεις

μ’ ακόμα την τζιυλιμαθκιάν7 που έκαμεν γυρεύκεις;

Ο κόσμος άψεν τζι έλαβεν8 τζι εσού ’κόμα τζοιμάσαι;

Πού πάει το κατάτροχον9 γιατί έν αθθυμάσαι;

Απού τον Άδην ύστερις εν να ζητάς το φως σου

μα ποιος το είδεν για να δεις τζι εσούνι το δικόν σου;

Άμαν ψωρκάσει ο γείτος σου γύρευκε συ βοτάνιν

γιατί έν γλιτώννεις, έν θα βκεις που πάνω σαν το λάιν.

Τζιαι μεν ορπίζεις το κακόν πως εν να ποϋρίσει.10

Γυρόν-γυρόν παιδεύκει τους τζι εσέν’ εν να σ’ αφήσει;

Έν τζι εν’ αμματοπόνηση11 μάνα μου η στραβάρα

Κουρτζιούνιν12 μέσα στον γκρεμόν παίρνει σε η πελλάρα13

πό’ ’ν ελοάρκασες ποττέ πως η γιορτή του γείτου14

εν η παραμονή σου εσέν’, τζι εν να πονείς περίτου15

που έν έδειξες φρόνησην μήτ’ εύρισκες αδκειάσην

τζι όσα χρόνια εσύναες16 του κάκου εν να πάσιν.

Θωρείς τους άλλους κάβκουνται τζι έν τους φυσάς να σβήσουν.

Με είντα μούτρα εν να ζητάς νά ’ρτουν να σου τανήσουν;17

Τόσον τζιαιρόν βοήθα μου φτωσσιέ να μεν σου μοιάσω

ελάλες. Είντα καρτεράς το σσιέριν σου να πιάσω;»

 

 1. κορμούς δέντρων 2. κοπανάς 3. μαζεύει, συσσωρεύει, αγοράζει κι άλλη περιουσία 4. σερβίρει 5. σιγουριά 6. κοτζάμ θεριό, φίδι 7. σημάδι από σούρσιμο 8. ο κόσμος χάνεται 9. κατηφόρα 10. προσπεράσει 11. ματόπονος, φλεγμονή των ματιών 12. κατ’ ευθείαν, ολόισια 13. τρέλα, παραλογισμός 14. γείτονας 15 περισσότερο 16. συσσώρευες, μάζευες 17. βοηθήσουν

 

 Ούλλα τα μέλη τζι αν ραούν1 τα μμάθκια φως ας έχουν

τζιαι φώτισην ο Πλάστης μου να δκιά σ’ όποιους κατέχουν

κουβέρνον εις τα σσιέρκα τους, τες τύχες μας ορίζουν

το όνομαν του τόπου μας να μέν το ξημαρίζουν2

Ποιος καϊλίζει3 πά’ στην γην το σπίτιν του ν’ αρπάσσουν

τους τάφους των παππού(δ)ων του να σπάζουν, να ρημάσσουν

τα μοναστήρκα του τζιαμιά, τα μάλια του δικά τους

τες εκκλησιές να κάμνουσιν στάβλους τζιαι αποπάτους;

Αν αρνηθείς τον τόπον σου, λαμπρόν τζιαι να σε κάψει!4

Πα’ στο τζιούριν5 σου τζιερίν κανένας να μεν άψει!

Το χώμαν να μεν σε δεχτεί, ποττέ να μεν σαπίσεις

στην πίσσαν της κολάσεως να βράζεις, να μεν λύσεις.

Τα κάστϊα6 του Ιησού όσοι αξιωθήκαν

αγιάσαν. Μες στα βάσανα εζήσαν, μα εσωθήκαν.

Μα όποιος την καλοπέρασην πάνω που ούλλα βάλλει

τον λούκκον του σιόν-σιόν να ξέρεις πως ιβκάλλει.

Μεν πεις ποττέ πως ε&