Εκλεκτές
συνεργασίες
Βραδιά
Κυπριακής Ποίησης
Οι Λαϊκοί
Ποιητές της Κύπρου συνεχιστές
του Ομήρου και της αθάνατης
κληρονομιάς μας

Διάλεξη
του Καθηγητή Δρα Ζαννέτου Τοφαλλή
Δόθηκε
προσφάτως στο οίκημα της Ελληνικής Κυπριακής Αδελφότητας
μια πολύ ενδιαφέρουσα διάλεξη – παρουσίαση με ανθολόγηση
Κυπριακής ποίησης – που οργανώθηκε από τον Σύνδεσμο
Κυπρίων Μπάρνετ Ο ομιλητής της βραδιάς και Πρόεδρος του
Συνδέσμου Καθηγητής Δρ Ζαννέτος Τοφαλλής τόνισε μεταξύ
άλλων»
«Ο πιο
κοντινός χώρος, από τον οποίο προέρχεται η επώνυμη λαϊκή
ποίηση της Κύπρου, είναι αυτός του δημοτικού τραγουδιού.
Οι λαϊκοί τροβαδούροι, σι οποίοι διέσωσαν το δημοτικό
τραγούδι μέσα από τους αιώνες και το μετέφεραν μέχρι την
εποχή μας, είχαν μια δημιουργική σχέση μαζί του. Δεν το
απάγγελλαν απλώς αλλά το διασκεύαζαν, αφαιρούσαν και
συχνά πρόσθεταν σ’ αυτό τους δικούς τους στίχους. Ήταν
δηλαδή και σι ίδιοι ποιητές, οι οποίοι, ζώντας σε εποχές
όπου ο ποιητικός λόγος ήταν κατεξοχήν προφορικός και
όπου το ομαδικό πνεύμα και ο ομαδικός τρόπος ζωής
κυριαρχούσαν πάνω στον ατομικό, κινήθηκαν μέσα στα
παραδομένα πλαίσια, διατηρώντας την ενότητα της μορφής
σταθερή.
Το
προσωπικό στοιχείο εισέρχεται στη λαϊκή ποίηση όταν
διαφοροποιούνται οι συνθήκες ζωής, όταν το ατομικό
στοιχείο αρχίζει να επικρατεί πάνω στο ομαδικό, όταν ο
γραπτός ποιητικός λόγος καθιερώνει την επωνυμία και
καταργεί την ανωνυμία. Κατά τον Νικόλαο Πολίτη, το
δημοτικό τραγούδι «δεν είναι είδος ποιήσεως ιδιαίτερον,
αλλά σταθμός, καθ’ όν δεν εκφαίνεται η προσωπικότης του
ποιητού. Επικρατεί δε η προσωπικότης καθ’ όσον προάγεται
ο πολιτισμός και ο ποιητής απολαμβάνει καθόλου μείζονα
ελευιθερίαν παρά ο εις κατωτέραν πνευματικήν βαθμίδα
ευρισκόμενος». Αυτό παρατηρούμε και στην εξέλιξη της
λαϊκής ποίησης στην Κύπρο, όπου ενώ βλέπουμε να
διατηρείται ένας συντηρητισμός στη μορφή, το περιεχόμενο
εξελίσσεται γρήγορα για να εκφράσει το νέο κοινωνικό
περιεχόμενο και τις προσωπικές απόψεις των ποιητών σε
μια νέα ιστορική περίοδο.
Παράλληλα
με την επιμονή στη μορφή, η λαϊκή ποίηση δείχνει και μια
επιμονή σε κάποιους θεματικούς κύκλους, που κι αυτοί
αντιστοιχούν κατά ένα τρόπο με αυτούς της δημοτικής
ποίησης. ‘Έτσι, στη δημοτική ποίηση, από τη μια, έχουμε
τραγούδια ακριτικά, παραλογές, της αγάπης, της ξενητιάς,
μοιρολόγια κλπ., στη λαϊκή ποίηση, από την άλλη, έχουμε
εθνικά, πατριωτικά, ηθογραφικά, ερωτικά, εργατικά,
γεωργικά, της ξενητιάς, του χάρου κλπ.
Η λαϊκή
ποιητική παράδοση στην Κύπρο έχει ιστορία πολλών αιώνων.
Ξεκινά από την αρχαιότητα και περνά μέσα από τα χρόνια
του Βυζαντίου, της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας.
Σημαντικό κεφάλαιο της ποίησης αυτής αποτελούν τα
ακριτικά τραγούδια και οι παραλογές, τα οποία
μεταφέρθηκαν από άλλα ελληνικά μέρη γύρω στο δέκατο
αιώνα και συνέχισαν τη ζωή τους εδώ, γνωρίζοντας νέες
παραλλαγές αλλά και γλωσσικές προσαρμογές στην κυπριακή
διάλεκτο η οποία την εποχή αυτή (ή λίγο αργότερα) είχε
αρχίσει να διαμορφώνεται προς την κατεύθυνση της νέας
της μορφής. Αυτά τα τραγούδια, μαζί και με άλλα που
δημιουργήθηκαν στην Κύπρο, έθρεψαν για αιώνες την
ποιητική παράδοση και αποτέλεσαν το πρότυπο για τη
σύνθεση άλλων τραγουδιών με κυπριακά θέματα, όπως το
γνωστό «Τραγούδι της Αροδαφνούσας», «Ο πραματευτής» κλπ.
Η
ποιητική αυτή παράδοση συνεχίστηκε για αιώνες ως ανώνυμη
λαϊκή δημιουργία. Στην αρχή, ωστόσο, της επώνυμης
ποίησης στην κυπριακή διάλεκτο βρίσκονται δύο ποιητές οι
οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως λαϊκοί δημιουργοί.
Αυτοί είναι ο Βασίλης Μιχαηλίδης και ο Δημήτρης
Λιπέρτης. Τα πράγματα, όμως, θα μπορούσαν να ήταν και
διαφορετικά. Γιατί αν δεν προλάβαιναν, λόγω κάποιων
συγκυριών, να χρησιμοποιήσουν την κυπριακή διάλεκτο στα
γραπτά τους κείμενα οι δύο αυτοί ποιητές, οι οποίοι
άρχισαν γράφοντας πρώτα στην πανελλήνια λογοτεχνική
γλώσσα, αυτό θα γινότανε την ίδια πάνω-κάτω περίοδο,
ίσως με λίγη καθυστέρηση, από τους λαϊκούς ποιητές. Το
γεγονός αυτό, ωστόσο, μαρτυρεί τη μεγάλη παράδοση που
είχε η λαϊκή ποίηση στον τόπο και την ανάπτυξη που είχε
η κυπριακή διάλεκτος την εποχή αυτή.
Ο Βασίλης
Μιχαηλίδης, ακολουθώντας το παράδειγμα των Ελλαδιτών
ποιητών, που εγκατέλειπαν την καθαρεύουσα κι έγραφαν στη
δημοτική, ως μια πιο ζωντανή και άμεση γλώσσα,
παραμέρισε στα τέλη του περασμένου αιώνα τις ποιητικές
του προσπάθειες στην καθαρεύουσα και στην πανελλήνια
δημοτική, παρ’ όλο που δεν τις εγκατέλειψε εντελώς κι
άρχισε να γράφει και στη διάλεκτο, που γι’ αυτόν και για
τον περίγυρό του αποτελούσε αυτή τη ζωντανή και άμεση
γλώσσα. Επηρεασμένος από την πλούσια παράδοση της
δημοτικής και της ανώνυμης λαϊκής ποίησης, ο Μιχαηλίδης
έγινε ο γενάρχης μιας επώνυμης ποίησης στην κυπριακή
διάλεκτο, η οποία εκτός από τη γλώσσα διατηρεί και μια
σειρά άλλα λαϊκά παραδοσιακά στοιχεία. Ο Μιχαηλίδης
καθιερώθηκε ως ποιητής χάρη στα έργα που έγραψε στην
κυπριακή διάλεκτο και μόνο, την «Ενάτη Ιουλίου», «Τη
Χιώτισσα», «Την Ανεράδα» και μερικά άλλα. Χωρίς αυτά τα
σημαντικά πραγματικά ποιητικά έργα, δε θα ήταν παρά ένας
άσημος και ξεχασμένος ποιητής.
Το
παράδειγμα του Βασίλη Μιχαηλίδη ακολούθησε ο Δημήτρης
Λιπέρτης, λόγιος ποιητής, που κι αυτός ξεκίνησε
γράφοντας στην καθαρεύουσα και στην πανελλήνια δημοτική,
χωρίς ωστόσο να δώσει κάτι το αξιόλογο. Ο Λιπέρτης
γνώριζε καλά τον Κόσμο της υπαίθρου, αφού οι
επαγγελματικές του ασχολίες τον έκαναν να ζει για μεγάλα
χρονικά διαστήματα σε χωριά, ανάμεσα στους λαϊκούς
ανθρώπους. ‘Έτσι ένιωσε να τον γοητεύει η κυπριακή
διάλεκτος, μαζί με τη λαϊκή θυμοσοφία που μεταφέρει, τις
παροιμίες κλπ. Τον γοήτευαν ακόμα οι διάφοροι λαϊκοί
τύποι που γνώριζε, οι οποίοι ήτανε φορείς αυτής της
θυμοσοφίας.
‘Έτσι
άρχισε να συλλέγει υλικό και να γράφει στην κυπριακή
διάλεκτο. Σ’ αυτή έγραψε τους τέσσερις τόμους των
«Τζυπριώτικων τραουδκιών» του, που τον καθιέρωσαν ως
ποιητή. Τα ποιήματα αυτά, ωστόσο, είναι μάλλον
λαϊκότροπα παρά λαϊκά. Τα χαρακτηρίζει ένας μανιερισμός
και μια από τα έξω προσέγγιση της παράδοσης και κρύβουν
αρκετό χιούμορ στο βάθος τους. Τα χαρακτηρίζει, επίσης,
διδακτισμός και μια τάση ωραιοποίησης των πραγμάτων.
Αλλά και η γλώσσα του είναι εκλεκτική, με στοιχεία που ο
ποιητής συνέλεγε από διάφορες περιοχές της Κύπρου και τα
συνέτασσε μ’ ένα κάπως τεχνητό τρόπο. Παρόλα αυτά, ο
Λιπέρτης ήταν μάστορας του στίχου κι έγραψε όμορφα
ποιήματα, που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Ενθουσίαζαν,
ιδιαίτερα, τον κόσμο της πόλης, ο οποίος έβλεπε τον
κόσμο που παρουσίαζαν με τη νοσταλγία που έβλεπε το δικό
του πρόσφατο αγροτικό παρελθόν.
Με την
ποίησή τους στην κυπριακή διάλεκτο, ο Βασίλης Μιχαηλίδη
και ο Δημήτρης Λιπέρτης, έδωσαν ώθηση στους Κύπριους
ποιητάρηδες, που συνέθεταν μακρά αφηγηματικά ποιήματα,
τα οποία απάγγελλαν σε διάφορες συγκεντρώσεις, καθώς και
στους ανώνυμους λαϊκούς ποιητές σύντομων τραγουδιών, να
αρχίσουν να γράφουν τα ποιήματά τους και να κάνουν χρήση
της τυπογραφίας, που από το 1878 εισήχθη στην Κύπρο, να
τα τυπώνουν σε φυλλάδες και αργότερα σε βιβλία. ‘Έτσι η
προφορική και ανώνυμη ποιητική παράδοση εξελίσσεται σε
έντυπη και επώνυμη. Αυτό, όπως αναφέρθηκε κιόλας,
γινόταν παράλληλα και ήταν αποτέλεσμα των κοινωνικών
εξελίξεων, της διάδοσης της μόρφωσης, της ανάπτυξης της
ατομικής συνείδησης και της ατομικής ελευθερίας, αλλά
και της τεχνικής δυνατότητας για εκτύπωση φυλλάδων και
βιβλίων.
Απ’ εδώ
ξεκινούν και σι επώνυμοι σήμερα λαϊκοί ποιητές της
Κύπρου, ο Παύλος Λιασίδης, ο Κυριάκος Καρνέρας, ο
Δημήτρης Ττάκκας, ο Ηλίας Γεωργίου, οι Κατσαντώνηδες και
δεκάδες άλλοι, που έγραψαν ή που γράφουν και τυπώνουν
βιβλία με ποιήματα στην κυπριακή διάλεκτο.
Ξεχωριστή
θέση ανάμεσα σε όλους τους λαϊκούς ποιητές κατέχει ο
Παύλος Λιασίδης. Το έργο του είναι πραγματικά πρωτότυπο,
με έντονη την προσωπική του σφραγίδα και με ξεχωριστή
ποιητική αξία. ‘Ένα σημαντικό μέρος του έργου αυτού
μπορεί να σταθεί ποιητικά πέρα και έξω από τη λαϊκή
παράδοση, ως αξιόλογη ποιητική δημιουργία, ανεξάρτητα
από τη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο και από το αν οι
εικόνες και τα σύμβολά του έχουν λαϊκό ή λόγιο
χαρακτήρα.
Με πολλά
ποιήματα του Λιασίδη, όπως και με πολλά ανώνυμα λαϊκά
ποιήματα, τίθεται έντονα το ζήτημα της ποιητικής αξίας
γενικά. Το ερώτημα είναι: μήπως υπάρχουν δυο ειδών
ποιητικές αξίες, δυο κλίμακες μέτρησης, μια για τη λαϊκή
και μια για τη λόγια ποίηση; Η σύγκριση μπορεί
φαινομενικά να είναι δύσκολη, γιατί είναι διαφορετικά τα
μέσα και οι τρόποι έκφρασης, η ουσία όμως πρέπει να
είναι μια και η κορυφή που ανεβαίνουν, τόσο η λόγια όσο
και η λαϊκή ποίηση, πρέπει να είναι κοινή. Αυτό,
τουλάχιστον, υποβάλλει κάθε φορά η συνάντηση μ’ ένα
σημαντικό ποιητικό έργο, απ’ οπουδήποτε κι αν
προέρχεται. ‘Έτσι η αξία δημοτικών τραγουδιών όπως «Το
τραγούδι του νεκρού αδελφού», «Ο γυρισμός του
ξενητεμένου», «Το γεφύρι της Άρτας» κ.α. δεν ανήκει σε
καμιά διαφορετική κατηγορία από την αξία ποιημάτων όπως
«Ο πραματευτής» του Ι. Γρυπάρη, «Στ’ Οσίου Λουκά το
μοναστήρι», του Α. Σικελιανού, «Οι γάτες τ’ Άη Νικόλα»,
του Γ. Σεφέρη, «Η Χιώτισσα», του Β. Μιχαηλίδη, το
«Μπρόεμαν», του Π. Λιασίδη κλπ. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι
στο βαθμό που το ποίημα ολοκληρώνεται ως δημιουργία, στο
βαθμό που καταφέρνει ν’ ανοίξει ένα παράθυρο και να μας
οδηγήσει να γνωρίσουμε, μέσα από τη δική του γλώσσα, μια
άλλη άποψη του κόσμου.
Ο Παύλος
Λιασίδης, συνδυάζοντας συχνά την πρωτοτυπία της σύλληψης
με την τόλμη της έκφρασης, τη φαντασία με τη σκέψη, το
συναίσθημα με την εικόνα και το λόγο, τη ρεαλιστική
αντίληψη της ζωής με το όραμα, έφτανε συχνά σε υψηλά
ποιητικά επίπεδα. Στις υψηλές αυτές στιγμές της
δημιουργίας του ο Λιασίδης έφτανε πότε με ποίηση
σατιρική, πότε ερωτική, πότε κοινωνική, φιλοσοφική,
γνωμική κλπ. Ο θεματικός αυτός διαχωρισμός είναι, όπως
αναφέρθηκε και πιο μπροστά, χαρακτηριστικός για τη λαϊκή
ποίηση και υπάρχει, παρόλη την ανάπτυξη του προσωπικού
χαρακτήρα της ποίησης αυτής.
Βέβαια, η
ποίηση του Λιασίδη είναι γενικά άνιση και ένα μεγάλο
μέρος της, κυρίως επικαιρικό, δεν καταξιώνεται ποιητικά.
Υπάρχουν όμως παράλληλα και ποιήματα που με κάποιες
εξαιρέσεις όμοιά τους σπάνια έχει δώσει η ποίηση στην
κυπριακή διάλεκτο ή και πιο γενικά ακόμα, η κυπριακή
ποίηση. Σ’ αυτά τα ποιήματα, σ’ αυτές τις καλές στιγμές
του Λιασίδη θα σταθούμε κατά Κύριο λόγο σ’ αυτό το
βιβλίο. Τούτο είναι δίκαιο και ιστορικά έτσι γίνεται: οι
ποιητές κρίνονται από το καλύτερο μέρος της δουλειάς
τους»
Ο
ομιλητής κατασυγκινημένος απήγγειλε ανάμεσα στ΄ άλλα και
το δραματικό Δημοτικό Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού,
που το παραθέτουμε αυτούσιο.
Ακολούθησε απαγγελία ποιημάτων των ποιητών Βασίλη
ΜΙχαηλίδη, από το Λευκόνοικο, του Δημήτρη Λιπέρτη, από
τη Λάρνακα, του Παύλου Λιασίδη από την Κοντέα, του Μηνά
από τη Μακράσυκα και του Καρνέρα από την Ξυλότυμπου κ.α.
από τους Μιχαλάκη Μιχαηλίδη (ο οποίος αναφέρθηκε και στο
έργο του αείμνηστο Γιάννη Γρίβα), Στέφανο Μιχαήλ, Ανδρέα
Σαββίδη, Πάρη Δημητρίου.
Ακολούθησε δεξίωση και όλοι απόλαυσαν μια θαυμάσια
βραδιά και ζήτησαν όπως εκδηλώσεις όπως κι αυτή γίνονται
πιο συχνά.
Κυπριακός
Τουρισμός
Ταξίδια στο
Νησί της Αφροδίτης
Του
Καθηγητή Δρα Ζαννέτου Τοφαλλή
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Φέτος το
Πάσχα επισκεφτήκαμε και πάλι την Κύπρο για να
γιορτάσουμε τη Λαμπρή στην πατρίδα και να ανανεώσουμε
τους δεσμούς μας μαζί της. Κάθε επίσκεψη στην Κύπρο,
σου φέρνει πρωτόγνωρες αναμνήσεις και σε κάνει να την
αγαπάς ακόμα πιο πολύ. Οι σημερινές εντυπώσεις είναι
απλώς μια εισαγωγή αγάπης προς την πατρίδα που είναι
τόσο ολόμορφη, αλλά και τόσο βασανισμένη. Γι αυτό,
αξίζει τον κόπο να την επισκέπτεται κανείς, ιδιαίτερα
εμείς οι απόδημοι και να την προβάλλουμε και ανάμεσα
στους Άγγλους φίλους μας.
Ξεκινούμε με αεροπλάνο των Κυπριακών
γραμμών από το αεροδρόμιο του Χήθροου και σε τέσσερις
ώρες προσγειωνόμαστε στη Λάρνακα. Τι ωραίος τόπος, στ΄
αλήθεια! Ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική,
πάνω σε σημαντικό εμπορικό δρόμο, βρίσκεται η Κύπρος.
Βρίσκεται στην Μεσόγειο και αποτελεί το τρίτο σε μέγεθος
νησί της. Λευκωσία, Αμμόχωστος, Λεμεσός, Λάρνακα, Πάφος
και Κερύνεια αποτελούν τις έξι επαρχίες της.
Μετά την τούρκικη εισβολή, τον
Ιούλιο-Αύγουστο του 1974, το 37 τις εκατό του εδάφους
της βρίσκεται, όπως είναι γνωστό, υπό τούρκικη κατοχή. Η
πλούσια φύση του νησιού, τα μνημεία, τα ήθη και τα
έθιμα, ο σύγχρονος τρόπος ζωής συνθέτουν ένα περιβάλλον
όπου το παρελθόν ζει πλάι στο παρόν. Ο ταξιδιώτης που
έρχεται εδώ πάντα ξαναγυρίζει.
Η Κύπρος έχει μια μακρόχρονη και ένδοξη ιστορία. Τα
πρώτα ευρήματα στην Κύπρο χρονολογούνται στην Νεολιθική
Εποχή (6000-3000 π.Χ.), αλλά μεγάλη ακμή και άνθηση
γνώρισε την Εποχή του Χαλκού, οπότε και δημιούργησε
εμπορικές σχέσεις με χώρες της Μέσης Ανατολής, την
Αίγυπτο και τα νησιά του Αιγαίου. Τον 12ο και 11ο αιώνα
π.Χ. στην Κύπρο φτάνουν Αχαιοί Έλληνες και φέρνουν στο
νησί την ελληνική γλώσσα, τη θρησκεία και τα έθιμά τους.
Στα χρόνια της κυριαρχίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου η
Κύπρος ανήκει στον Ελληνικό Αλεξανδρινό κόσμο, ενώ οι
Ρωμαίοι εισβάλουν στο νησί το 58 π.Χ.
Το 45 μ.Χ.
οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας επισκέπτονται το νησί
και κηρύσσουν τον χριστιανισμό. Δύο τρομεροί σεισμοί, το
332 και το 342 μ.Χ., κατέστρεψαν τις περισσότερες
αρχαίες πόλεις της. Από τον 7ο ως τον 10ο αι. η Κύπρος
υπήρξε στόχος συνεχών αραβικών επιδρομών. Το 1191
καταλήφθηκε, κατά την διάρκεια της Τρίτης Σταυροφορίας,
από τον Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο. Από το 1489 έως το 1570
η Κύπρος περιήλθε στην κυριαρχία της μεγάλης ναυτικής
δύναμης της εποχής, της Βρετανίας.
Μετά από
σκληρές πολιορκίες, οι Τούρκοι κατέλαβαν το νησί το
1570. Η Τουρκοκρατία κράτησε ως το 1878 και ήταν μια
περίοδος δύσκολη για το νησί. Την περίοδο εκείνη
δημιουργήθηκε τουρκοκυπριακή κοινότητα από Τούρκους
στρατιώτες που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Το 1914, οι
Βρετανοί προσάρτησαν την Κύπρο στην αυτοκρατορία τους.
Οι Κύπριοι, με αλλεπάλληλα διαβήματά τους αλλά και με
δυναμικές εξεγέρσεις, όπως το 1931, διαδήλωσαν επιθυμία
τους να ενωθούν με την Ελλάδα.
Το 1955-59
πραγνματοποιήθηκε ένοπλος αγώνας για την Ένωση της
Κύπρου με την Ελλάδα. Το 1959 υπογράφηκαν οι Συμφωνίες
της Ζυρίχης και του Λονδίνου μεταξύ της Βρετανίας, της
Ελλάδας και της Τουρκίας και η Κύπρος απέκτησε την
ανεξαρτησία της, που ανακηρύχθηκε επίσημα το 1960. Το
1974 η ελληνική χουντική κυβέρνηση προχώρησε σε
πραξικόπημα εναντίον του νόμιμου προέδρου της Κύπρου,
του αρχιεπισκόπου Μακάριου. Τότε βρήκαν οι Τούρκοι το
πρόσχημα να εισβάλουν στην Κύπρο και να τη διχοτομήσουν
με την βία. Η Τουρκία παραβίασε με τον τρόπο αυτόν την
Συνθήκη του 1960 και η κίνηση αυτή καταδικάστηκε από τη
διεθνή κοινότητα, τον Ο.Η.Ε., την Ευρωπαϊκή Ένωση και
τους άλλους διεθνείς οργανισμούς, ενώ αποτελεί διεθνή
παρανομία.
Τελικά, η
Τουρκία κατέλαβε το 37 τοις εκατό του εδάφους, εκτόπισε
200.000 Ελληνοκύπριους από την Βόρεια Κύπρο, ενώ
λεηλατήθηκαν πολλά μνημεία και θησαυροί αξίας. Από τότε
η Κύπρος αγωνίζεται για την ανάκτηση των κατεχόμενων
εδαφών, την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, την
επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους. Τον Απρίλιο
του 2003, με πρόεδρο τον Τάσο Παπαδόπουλο, εντάχθηκε
στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο νέος Πρόεδρος της Κυπριακής
Δημοκρατίας εδώ και 18 μήνες διεξάγει συνομικίες με τον
Τουρκοκύπριο ηγέτη Μεχμέτ Αλή Ταλάντ για εξεύρεση
δίκαιης και βιώσιμης λύσης. Αυτά σε συντομία για το
ιστορικό του νησιού.
Τώρα
προχωράμε στα αξιοθέατα. Στην Κύπρο πρέπει κανείς να
επισκεφθεί τα πιο κάτω αξιοθέατα:
- Το
Κυπριακό μουσείο, το Λεβέντειο Δημόσιο μουσείο, το
Βυζαντινό και Εθνολογικό μουσείο, το μουσείο Λαϊκής
Τέχνης, το μουσείο Εθνικού Αγώνος στην Λευκωσία.
- Τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννη, την εκκλησία της
Παναγίας της Χρυσαλινιώτισσας, το Ναό της Φανερωμένης
στην Λευκωσία.
- Την Πύλη της Αμμοχώστου στην Λευκωσία.
- Το χωριό Γούρρι, που έχει ανακηρυχθεί "αρχαίο
μνημείο", λόγω της αρχιτεκτονικής των σπιτιών του.
- Την προτομή του Κίμωνα στην Λάρνακα, του ένδοξου
Αθηναίου στρατηγού, που πέθανε στην πολιορκία του
Κιτίου.
- Το αρχαίο Κίτιο με λείψανα του 13ου αι. π.Χ. στην
Λάρνακα.
- Το Αρχαιολογικό μουσείο, το μουσείο Λαϊκής Τέχνης στην
Λεμεσό.
- Την Δημοτική Πινακοθήκη Λεμεσού και τον Δημόσιο Κήπο.
- Το Κούριο, 19 χμ. δυτικά της Λεμεσού και το Ιερό του
Απόλλωνα Υλάτη δυτικά του Κουρίου.
- Τον αρχαιολογικό χώρο της Αμαθούντας ανατολικά από τη
Λεμεσό.
- Το Αρχαιολογικό μουσείο, το βυζαντινό μουσείο, το
Εθνολογικό μουσείο στην Πάφο.
- Τους τάφους των Βασιλέων. Υπόγειους τάφους που είναι
λαξεμένοι μέσα στους συμπαγείς βράχους στην Πάφο.
- Τη Στήλη του Αποστόλου Παύλου στην Πάφο στην οποία,
σύμφωνα με την παράδοση, δέθηκε και μαστιγώθηκε ο
Απόστολος.
- Τις Σαράντα Κολώνες στην Πάφο, φραγκικό κάστρο του
12ου αιώνα.
Στο επόμενο
άρθρο, θα ασχοληθούμε ξεχωριστά για κάθε επαρχία, με
σκοπό την όσο το δυνατό καλύτερη γνωριμία με την πατρίδα
μας, που ζει, αγωνίζεται για καλύτερες ημέρες και μας
περιμένει. Κι εμείς, παντοτινοί νοσταλγοί του ονείρου
και του τόπου που μας γέννησε, πάντα βρισκόμαστε δίπλα
της και θα την επισκεπτόμαστε ξανά και ξανά. Έχουμε τόσα
πολλά να μάθουμε, να διδαχτούμε, να ζήσουμε. Είναι η
μάνα μας και μας περιμένει!
Η Κοινότητα Αγίου Παντελεήμονα τίμησε
την Ημέρα της Κύπρου
Ενωμένη η
Κύπρος ατενίζει στην επανένωσή της

Το Δρα
Ζαννέτου Τοφαλλή
Η Κοινότητα
του Αγίου Παντελεήμονα, στο Χάρροου, τίμησε προσφάτως
την Ημέρα της Κύπρου, με την ευκαιρία της εορτής του
Πολιούχου και Ιδρυτή της Αποστόλου Βαρνάβα. Η σεμνή
τελετή άρχισε με δέηση υπέρ της Κύπρου από τον Ιερατικώς
Προϊστάμενο της Κοινότητας, π. Αναστάσιο Σαλαπάτα,
Ακολούθησε
μια ζεστή και γεμάτη πάθος ομιλία του Καθηγητή Ζαννέτου
Τοφαλλή. Ο ομιλητής αφού συνεχάρη και ευχαρίστησε την
Επιτροπή της Κοινότητας για την αγάπη τους για την
Κύπρο, επιγραμματικά μίλησε για την ιστορία της Κύπρου
που άλλαξε τόσους κατακτητές, αλλά δεν άλλαξε καρδιά.
Μίλησε εν συντομία για το Μοναστήρι του Αποστόλου
Βαρνάβα που βρίσκεται υπό κατοχή και αυτή τη στιγμή
χρησιμοποιείται από τις κατοχικές αρχές ως Μουσείο
Εικόνων.
Επικεντρώθηκε σε εκείνα τα ζωντανά και υγιή στοιχεία που
κράτησαν αλώβητο το λαό μας ανάμεσα στους αιώνες – τη
γλώσσα, το δημοτικό τραγούδι, τη ποίηση, την παράδοση
και την πίστη του για καλύτερες ημέρες. Και απήγγειλε
μερικά συγκινητικά ποιήματα, όπως του Βασίλη Μιχαηλίδη
και του Τεύκρου Ανθία, καθώς και το αθάνατο Δημοτικό
Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού, που
κατασυγκίνησε.
Καταλήγοντας
ο ομιλητής κάλεσε την παροικία μας να παραμείνει ενωμένη
και μονοιασμένη προσφέροντας έτσι στον Πρόεδρο της
Κυπριακής Δημοκρατίας δύναμη στον αγώνα για μια δίκαιη
και βιώσιμη λύση.
Ακολούθησε
δεξίωση στην αίθουσα της Κοινότητας όπου προσφέρθηκαν
νόστιμα σουβλάκια από την επιτροπή του Ναού. Θερμά
συγχαρητήρια για την θρησκευτική, πολιτιστική και
κοινωνική δραστηριότητά αξίζουν στον π. Αναστάσιο
Σαλαπάτα, ένα υπέροχο κληρικό, λόγιο, συγγραφέα και
πλούσιο σε πνευματικές αρετές άνθρωπο, την επιτροπή υπό
την ηγεσία του πάντα δραστήριου προέδρου της Κοινότητας
κ. Παντελή Δημοσθένους για την πλούσια προσφορά τους
στους ξενιτεμένους αδελφούς μας.
Τεύκρος Ανθίας (1903-1968)
Ο Ποιητής της Αντίστασης και της Λευτεριάς

Ενα μικρό αφιέρωμα του
καθηγητή Ζαννέτου
Τοφαλλή
Είχα την ευκαιρία
να γνωρίσω τον Τεύκρο Ανθία όταν βρισκόταν στο Λονδίνο
από το 1957-1968. Και γνώρισα από κοντά τον μεγάλο
Ποιητή, Δάσκαλο, Πνευματικό Ηγέτη και Άνθρωπο, αφού
εργαστήκαμε στην έκδοση της παροικιακής εφημερίδας ΤΟ
ΒΗΜΑ του Λονδίνου.
Το σημείωμα που
ακολουθεί, αποτελεί ένα ταπεινό μνημόσυνο στο μεγάλο
Δάσκαλο, τον γεννημένο Ποιητή, τον πρωτοπόρο αγωνιστή
της Προόδου και της Λευτεριάς, της Ειρήνης και της
Δημοκρατίας. Γι αυτές τις αθάνατες αρχές έδωσε ολόκληρη
τη ζωή του.
Ο Τεύκρος Ανθίας
γεννήθηκε στην Κοντέα Αμμοχώστου στις 10 Απριλίου 1903
από φτωχική οικογένεια. Το πραγματικό του όνομα ήταν
Ανδρέας Παύλου. Το όνομα Τεύκρος Ανθίας είναι φιλολογικό
ψευδώνυμο παρμένο από την ελληνική μυθολογία.
Παντρεύτηκε τη
Λόλα Λεοντιάδου με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά – τον
Αντίνοο και την Πόπη. Με τη δεύτερη του γυναίκα, την
Αναστασία, απέκτησαν τρία παιδιά – την Φλόγα, τον Τεύκρο
και την Άντρη.
Πέθανε στις 15
Νοεμβρίου 1968, στο Λονδίνο, σε ηλικία 65 χρόνων, και
ετάφη στη γενέτειρά του, την Κοντέα, το σκλαβωμένο του
χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου.
Σε ηλικία 10
χρόνων, έχει κιόλας τυπωμένες έξι φυλλάδες με τραγούδια
σε ποιητάρικη μορφή με θρησκευτικά, πατριωτικά και
κοινωνικά θέματα.
Το πρώτο του ποίημα άρχιζε με το δίστιχο:
Άντρες, γυναίκες και παιδιά κοντά μου συναχτείτε,
ν' ακούσετε ελληνικά και να συγκινηθείτε.
Για το όνομά του, σαν εισαγωγή, έλεγε:
Ανδρέας Παύλου ελέγουμουν
Και νυν Τεύκρος Ανθίας,
Ποιηταρούδιν νηστικόν
Παιδίν της αλητείας.
Το 1922, ο Ανθίας είναι απόφοιτος του Ιεροδιδασκαλείου
Λάρνακας. Είναι έτοιμος να εισέλθει στο διδασκαλικό
επάγγελμα κι έχει κιόλας εισέλθει στον χώρο των
κυπριακών γραμμάτων
Η ώριμη, η αδρή και
λυρική του φωνή θ' ακουστεί στην Αθήνα ύστερα από εφτά
χρόνια, όταν θα κυκλοφορήσει τα Σφυρίγματα του Αλήτη. Ο
ποιητής, βγαίνοντας από το Ιεροδιδασκαλείο, δοκίμασε να
δοθεί στο διδασκαλικό επάγγελμα, αλλά δε φαίνεται να
βρήκε ευνοϊκό κλίμα, αν κρίνουμε από την πορεία που
αναγκάστηκε ν' ακολουθήσει στην υπηρεσία του: Δάσκαλος
στην Χοιροκοιτία (1922-1923), στη Σπάρτη όπου σύμφωνα με
ορισμένες πληροφορίες εξέδιδε μόνος του κι ένα
λογοτεχνικό περιοδικό, τη «Φλόγα» (1924-1925),
Σκλαβοχώρι (1926), στην Κάρυστο, περιφέρεια Λακεδαίμονος
(πέντε μήνες). Έτσι, στην περίοδο αυτή πλανάται φτωχός
και έρημος, πικραμένος και τρομερά απογοητευμένος στους
δρόμους της Αθήνας.
Φτωχός πολύ, όπως
φαινόταν από την όλη του εμφάνιση συμπληρωνόταν το
πορτραίτο του από την ατημελησία του συνόλου του, που
σου έκαμνε άμεση και καίρια εντύπωση εξ αφορμής της
απεριποιησίας του που στεφανώνονταν κι από τα άκοπα
μαλλιά του ριγμένα άσχημα γύρω από το κεφάλι του, κι
έφταναν ως τους ώμους του.
Αυτή την εποχή ο
Ανθίας αρχίζει συστηματικά και δημιουργικά τη
δημοσιογραφική του εργασία. Εργάζεται σαν συντάκτης στην
«Πρωία» (1935) και αργότερα στην «Ελευθερία» (1939) και
με το ανήσυχο πνεύμα του, την κοινωνική συνείδηση του
και τη δύναμη της γραφής του προσφέρει σημαντικές
υπηρεσίες στην κυπριακή δημοσιογραφία.
Με την έκρηξη του
Β' Παγκόσμιου Πολέμου και ιδίως μετά τη φασιστική
επίθεση εναντίον της Ελλάδας και αργότερα της Σοβιετικής
Ένωσης, δημιουργήθηκε στην Κύπρο ένα πνεύμα υπέρ των
Δημοκρατικών Δυνάμεων και εναντίον του φασισμού, μέσα
στο οποίο ατόνησαν και ουσιαστικά καταργήθηκαν οι
δικτατορικοί περιορισμοί. Άρχισε μια αντιφασιστική
εκστρατεία με άρθρα και λαϊκές κινητοποιήσεις με
ιδεολογικό και εθνικό υπόβαθρο.
Ο Ανθίας, σαν
κορυφαίο στέλεχος της οργανωμένης πια αριστεράς (είναι
γνωστό ότι ο Ανθίας ήταν μέλος του Κομμουνιστικού
Κόμματος Κύπρου και ιδρυτικό μέλος του ΑΚΕΛ, στο οποίο
παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του), βρίσκεται στην
πρωτοπορία αυτών των κινητοποιήσεων. Αναπτύσσει μια
μαχητική δημοσιογραφική δραστηριότητα, παίρνει μέρος
στις λαϊκές εκδηλώσεις, εκφωνεί λόγους..
Σαν δημιουργός
εμπνέεται από την αντιφασιστική πάλη των λαών και τον
αγώνα της Ελλάδας. Επιστρέφει στην αγωνιστική ποίηση και
στο πατριδολατρικό στοιχείο. Τώρα, όμως, η αγωνιστική
φωνή του είναι πανανθρώπινη στο περιεχόμενο της και η
αγάπη προς την Ελλάδα ένας βαθύς πατριωτισμός. Γράφει:
«Ηρωική Συμφωνία» (1942), «Εκ βαθέων» (1944), «Το
Ανθρώπινο Έπος» (1945), «Ελλάδα» (1946), «Κυπριακή
Ραψωδία» (1947).
Το 1948, θέλοντας
να κινηθεί μέσα σε ευρύτερους ορίζοντες, φεύγει για την
Αγγλία. Εκεί συνεχίζει να εκδίδει τα περιοδικά «Φλόγα
και Σπίθα» (που τα τύπωνε στο τυπογραφείο Ζαβαλλή στη
Λευκωσία), συνεργάζεται με την Ελληνική Υπηρεσία του
Βρετανικού Ραδιοφώνου μαζί με τον Μιχάλη Κακογιάννη,
στέλλει ανταποκρίσεις στην Κύπρο και την Αλεξάνδρεια και
πρωτοστατεί στην ίδρυση της Ελληνικής Σχολής Λονδίνου,
στην οποία ο ποιητής αφοσιώθηκε με πίστη και αυταπάρνηση
αγωνιζόμενος να προσφέρει στα ξενιτεμένα κυπριόπουλα
ελληνική εκπαίδευση και να διατηρήσει την ελληνική
συνείδηση και την ελληνική ταυτότητα μέσα στην παροικία.
Εδώ ο ποιητής γράφει το «Τραγούδι της Γης» και το
S.O.S.,
δυο βιβλία με φιλοσοφική διάθεση.
Όταν επιστρέφει στην Κύπρο, το 1955, το νησί έχει κιόλας
περάσει σ' ένα νέο μαχητικό στάδιο του εθνικού αγώνα. Ο
Ανθίας εργάζεται σαν συντάκτης στην εφημερίδα «Νέος
Δημοκράτης» και καταβάλλει προσπάθειες, μαζί με άλλους
λογοτέχνες, για την έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού.
Δόθηκε και υλικό στο τυπογραφείο για το πρώτο φύλλο, μα
πριν προφτάσει να τυπωθεί, ο Ανθίας βρέθηκε στα
συρματοπλέγματα της Δεκέλειας κι αργότερα στις Κεντρικές
Φυλακές της Λευκωσίας. Ακόμα μια φορά ο Ανθίας πορεύεται
πλάι-πλάι με τον λαό της πατρίδας του, ακόμα μια φορά
κάνει το χρέος του προς τον αγωνιζόμενο λαό του σαν
ποιητής και σαν άνθρωπος. Εδώ, στα κρατητήρια του ξένου
κατακτητή, παθαίνει την πρώτη καρδιακή προσβολή. Κι ενώ
οι φίλοι του περιμένουν με αγωνία τα νέα του από το
Γενικό Νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε, έφτασε κοντά τους η
«Διακήρυξη» του:
Κι ίχνη καρδιάς να ζούνε μέσα μου
θα τραγουδώ και θ'
αλαλάζω
για Σένα ατίμητη
ζωή,
για Σε γαλανομάτα
Λευτεριά.
Αργότερα ο κύπριος
ραψωδός θα εκδώσει δυο βιβλία εμπνευσμένα από τον νέον
αγώνα της Κύπρου, το «Ημερολόγιο τον
C.D.P.
(όπου περιλαμβάνει πολλά ποιήματα που έγραψε στα
κρατητήρια) και το «Ορατόριο». Και τα δυο είναι
διαποτισμένα από μια απέραντη αγάπη για την Κύπρο. Τα
διαπερνά ένα φλογερό πάθος για τη λευτεριά.
Λόγω της αρρώστιας
του, οι Άγγλοι τον απολύουν το 1956 κι ο Ανθίας φεύγει
και πάλι για το Λονδίνο το 1957, όπου εργάζεται σαν
διευθυντής της εφημερίδας «Βήμα» και είναι εδώ που
γνωριστήκαμε με τον ποιητή. Ποτέ στα ιστορικά της
δημοσιογραφίας, η ελληνική γλώσσα με τον πλουσιότατο της
κόσμο δεν χρησιμοποιήθηκε τόσο αριστοτεχνικά. Η
δημοσιογραφία έγινε ποίηση. ήταν άριστος τεχνίτης της
γλώσσας.
Ως την τελευταία
του πνοή γράφει. Γράφει για τον πόλεμο στο Βιετνάμ,
γράφει για τη δολοφονία του μάρτυρα της ειρήνης Λαμπράκη
(Λαμπρακιάδα), γράφει για τη νέα δοκιμασία της Ελλάδας
(Αγρυπνώ για σένα Ελλάδα} και πεθαίνει "με το όραμα της
παγκόσμιας Ειρήνης και της λευτεριάς" καθώς λέει σ' ένα
σημείωμά του στη «Νέα Εποχή» ο Βάρναλης.
Τον Επίλογο από τα
Σφυρίγματα του Αλήτη, που φιλοσοφεί προφητικά τη ζωή της
κακουχίας και της στέρησης, βγήκαν τα Σφυρίγματα τον
Αλήτη, που τον λύτρωσαν.
Στις ταραγμένες
και σκληρές μέρες των Οκτωβριανών, ο Ανθίας μοιράστηκε
με τον λαό την έξαρση των ημερών, μα και τους διωγμούς
και τις ταλαιπωρίες που ακολούθησαν. Πιάστηκε από τους
Άγγλους πληγωμένος στο χέρι από πυροβολισμό και
οδηγήθηκε στις φυλακές και αργότερα εντοπίστηκε στα
χωριά Ανδρολύκου και Κοντέα, το χωριό του.
Στην Ανδρολύκου ο
εντοπισμένος ποιητής μαζεύει τους Τούρκους κατοίκους του
χωριού τα βράδια στο καφενείο και τους μαθαίνει
ελληνικά. Κι η φωτογραφία του δασκάλου αναρτάται στον
τοίχο του τούρκικου καφενείου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες
που έχουμε, μένει εκεί ως το 1956. Πότε κατέβηκε, αν
κατέβηκε, δε γνωρίζουμε.
Με αυτά τα λίγα
λόγια, κλείνω αυτό το αφιέρωμα σαν ένα μικρό φόρο τιμής
– ένα ταπεινό μνημόσυνο σε ένα Μεγάλο Πνευματικό
Δημιουργό. Το έργο του αξίζει να μελετηθεί από τις
μελλούμενες γενιές γιατί στη μακρόχρονη ιστορία της η
πατρίδα μας σπάνια γέννησε τέτοιο Λεβεντογιό. Ο Ανθίας
υπήρξε η πιο λυρική, η πιο δυνατή, η πιο ανθρώπινη φωνή
που γνώρισε ποτέ η Κύπρος.
Κυπριακή Λογοτεχνία
Τεύκρος Ανθίας (1903-1968)
Ο Ποιητής της Αντίστασης και της Λευτεριάς
Ένα μικρό αφιέρωμα
του
Καθηγητή Ζαννέτου Τοφαλλή
Ο
Τεύκρος Ανθίας γεννήθηκε στην Κοντέα Αμμοχώστου στις 17
Απριλίου 1903 από φτωχική οικογένεια. Το πραγματικό του
όνομα ήταν Ανδρέας Παύλου. Το όνομα Τεύκρος Ανθίας είναι
φιλολογικό ψευδώνυμο παρμένο από την ελληνική μυθολογία.
Παντρεύτηκε τη Λόλα
Λεοντιάδου με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά – τον
Αντίνοο και την Πόπη. Με τη δεύτερη του γυναίκα, την
Αναστασία, απέκτησαν τρία παιδιά – την Φλόγα, τον Τεύκρο
και την Άντρη.
Πέθανε στις 15
Νοεμβρίου 1968, στο Λονδίνο, σε ηλικία 65 χρόνων, και
τάφηκε στη γενέτειρά του, την Κοντέα, το σκλαβωμένο του
χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου.
Ο Ανθίας είναι ένα
φαινόμενο, όχι μόνο στην κυπριακή, αλλά ίσως και σ'
ολόκληρη την ελληνική ποίηση: Είναι γεννημένος ποιητής.
Μια πηγαία, γνήσια, πληθωρική φωνή, που αρχίζει να
τραγουδά μόλις ο ποιητής μαθαίνει να μιλά και αρχίζει να
τυπώνει τα τραγούδια του, μόλις μαθαίνει να χρησιμοποιεί
το ελληνικό αλφάβητο.
Ο Ανθίας είναι καταπληκτικό φαινόμενο στην ελληνική
λογοτεχνία. Και όσον αφορά τις ανησυχίες, τα
ενδιαφέροντα και τους προσανατολισμούς του που
εκφράζονται με τους πρώτους-πρώτους στίχους του, που
είναι χαρακτηριστικοί της κατοπινής του εξέλιξης, όταν
θα δημιουργηθεί ο "τραγουδιστής των σύγχρονων
καταστάσεων".
Σε ηλικία 10 χρόνων, έχει κιόλας τυπωμένες έξι φυλλάδες
με τραγούδια σε ποιητάρικη μορφή με θρησκευτικά,
πατριωτικά και κοινωνικά θέματα. Μιλάει για τον βασιλιά
της Ελλάδας Κωνσταντίνο, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τη
φτωχολογιά, τον λαό, την ιστορία της Κύπρου και άλλα
παρόμοια θέματα.
Το πρώτο του ποίημα άρχιζε με το δίστιχο:
Άντρες, γυναίκες και παιδιά κοντά μου συναχτείτε,
ν' ακούσετε
ελληνικά και να συγκινηθείτε.
Για το όνομά του,
σαν εισαγωγή, έλεγε:
Ανδρέας Παύλου
ελέγουμουν
Και νυν Τεύκρος
Ανθίας,
Ποιηταρούδιν
νηστικόν
Παιδίν της
αλητείας.
Ο μικροσκοπικός ποιητάρης συνέχισε να γράφει με πολύ
γρήγορο ρυθμό και να καλεί το κοινό ν' αγοράσει τα
τραγούδια του. Τώρα, είχε και ένα επιπρόσθετο και πολύ
σοβαρό λόγο ν' απευθύνεται προς τους ακροατές του,
καλώντας τους να πάρουν "πο 'ναν χαρτίν".
Κόντευε να
τελειώσει το δημοτικό σχολείο κι ο πόθος του να πάει σε
ανώτερο σχολείο ήταν πολύ μεγάλος, τον έκαιγε. Μα τα
οικονομικά του πατέρα του δεν ήταν ανθηρά, δε σήκωναν
τέτοιο βάρος. Γι' αυτό και ο ποιητής χρησιμοποιεί και το
ταλέντο του για να πετύχει τον ευγενικό του σκοπό.
Γράφει, τυπώνει και προσπαθεί να πουλήσει τα τραγούδια
του για να εξασφαλίσει τ' αναγκαία χρήματα. Από τη
δεύτερη φυλλάδα του λέει:
Εσύνταξα όλα αυτά χρήματα για να πιάσω
να πάω στο
Γυμνάσιο, σχολήν για να σπουδάσω
Δεν πήγε στο Γυμνάσιο. Ύστερα από πολλές προσπάθειες,
κατόρθωσε να υπερνικήσει τα οικονομικά εμπόδια και να
γραφτεί στο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας. Ρίχνεται με τα
μούτρα στη μελέτη και προσπαθεί, όπως γράφει αργότερα,
"να πιει απ' τους κρουνούς της γνώσης, να ησυχάσει". Δε
θα ησυχάσει όμως. Την εποχή ακριβώς αυτή, θα του συμβεί
κάτι που θα τον συνταράξει. θα συγκλονίσει ως τα
κατάβαθα την νεαρή και ευαίσθητη ψυχή του. Οι
τοκογλύφοι, που λυμαίνονταν κυριολεκτικά ασύδοτοι την
κυπριακή αγροτιά, άρπαξαν και πούλησαν τα χωράφια και τα
σπίτια του πατέρα του. Η οδυνηρή αυτή κοινωνική εμπειρία
αναστατώνει τον νεαρό ποιητή, του προκαλεί αγανάκτηση,
κι ίσως θα σταθεί μοιραία για τα κατοπινά του βήματα.
Ένα εκρηκτικό
απόθεμα που θα βρει την έκφραση του αργότερα μέσα στην
ποίηση του. Η οδυνηρή όμως αυτή εμπειρία, η οργή και η
αγανάκτηση του ποιητή θα βρει και την άμεση, αυθόρμητη
έκφραση της και στα αμέσως επόμενα γραφτά του. «Ξύπνα
λαέ», είναι ο τίτλος των τραγουδιών που γράφει και
τυπώνει τότε κι από τους πρώτους στίχους κραυγάζει:
Πιάσ' το σπαθί στο χέρι σου τους πνίκτες σου να σφάξεις
Αλλά η αυθόρμητη αυτή κραυγή δε σβήνει μ' αυτό τον
στίχο. Στους στίχους που ακολουθούν ο ποιητής θέτει και
κάποιο στόχο που φανερώνει μια κάποια προσπάθεια με
διάρκεια:
Θα 'χωμεν τα ντουφέκια μας ωσάν τα παλικάρια
τους πνίκτας να
φονεύωμεν ως άγρια λιοντάρια.
Οι τίτλοι των τραγουδιών της φυλλάδας αυτής είναι
χαρακτηριστικοί για το περιεχόμενο τους και για τους
προσανατολισμούς του Ανθία: «Ξύπνα λαέ», «Η φτωχολογιά»,
«Στον λαών», «Η κατάρα», «Ένωσις», «Τα χρυσαφένια
χρόνια», «Η αγαπημένη μου μάνα», «Η αγάπη», «Περασμένα
μεγαλεία», «θάρρος»...
Όταν κυκλοφορεί τα τραγούδια αυτά, ο Ανθίας είναι
φοιτητής του Ιεροδιδασκαλείου Λάρνακας. Και η είσοδος
του στο ανώτερο αυτό ίδρυμα δε φαίνεται να είναι άσχετη
με την ποίηση του, προς την οποία έδειξε κάποια
ξεχωριστή εύνοια ο διευθυντής του Ιεροδιδασκαλείου,
Μεταξάκης. Όμως αυτό δεν εμπόδισε τον Ανθία να βγει και
να διαλαλήσει και να προσπαθήσει να διαδώσει τις ιδέες
του που περικλείουν τα νέα του τραγούδια.
Το 1922, ο Ανθίας είναι απόφοιτος του Ιεροδιδασκαλείου.
Είναι έτοιμος να εισέλθει στο διδασκαλικό επάγγελμα κι
έχει κιόλας εισέλθει στον χώρο των κυπριακών γραμμάτων
δημοσιεύοντας ποιήματα, όχι πια ποιητάρικα, στις
εφημερίδες «Μικρούλα» και «Κύπρος», που έβγαιναν στην
Αμμόχωστο, καθώς και σε άλλα έντυπα. Μαζί με την
αποφοίτηση του κυκλοφορεί και το πρώτο του βιβλίο, μια
συλλογή με 80 ποιήματα, που παρουσιάζουν μια καινούργια
πλευρά του Ανθία. Το βιβλίο το τιτλοφορεί «Λουλούδια της
Αγάπης» κι όλα τα ποιήματα που περιλαμβάνει είναι, όπως
φανερώνει και ο τίτλος, λυρικά ερωτικά τραγούδια με
έντονη ρομαντική διάθεση. (Ο Ανθίας ήταν - και παράμεινε
- μια φύση ρομαντική και συχνά το τραγούδι του το
διαπερνά μια λεπτή και γλυκιά λυρική νότα).
Η ώριμη, η αδρή και λυρική του φωνή θ' ακουστεί στην
Αθήνα ύστερα από εφτά χρόνια, όταν θα κυκλοφορήσει τα
Σφυρίγματα του Αλήτη. Ο ποιητής, βγαίνοντας από το
Ιεροδιδασκαλείο, δοκίμασε να δοθεί στο διδασκαλικό
επάγγελμα, αλλά δε φαίνεται να βρήκε ευνοϊκό κλίμα, αν
κρίνουμε από την πορεία που αναγκάστηκε ν' ακολουθήσει
στην υπηρεσία του: Δάσκαλος στην Χοιροκοιτία
(1922-1923), στη Σπάρτη όπου σύμφωνα με ορισμένες
πληροφορίες εξέδιδε μόνος του κι ένα λογοτεχνικό
περιοδικό, τη «Φλόγα» (1924-1925), Σκλαβοχώρι (1926),
στην Κάρυστο, περιφέρεια Λακεδαίμονος (πέντε μήνες).
Έτσι, στην περίοδο αυτή πλανάται φτωχός και έρημος,
πικραμένος και τρομερά απογοητευμένος στους δρόμους της
Αθήνας.
Φτωχός πολύ, όπως φαινόταν από την όλη του εμφάνιση
συμπληρωνόταν το πορτραίτο του από την ατημελησία του
συνόλου του, που σου έκαμνε άμεση και καίρια εντύπωση εξ
αφορμής της απεριποιησίας του που στεφανώνονταν κι από
τα άκοπα μαλλιά του ριγμένα άσχημα γύρω από το κεφάλι
του, κι έφταναν ως τους ώμους του... Στο καφενείο που
σύχναζε, τη «Θέμιδα», κέντρο των Αθηναίων δικηγόρων,
πολλοί τον προσηγόρευαν «Ο Χριστός».
Ωστόσο, όλ' αυτά, αν και εξασκούν κάποια ευεργετική
επίδραση, δεν αλλάζουν την τραγική κατάσταση του ποιητή,
το προσωπικό του δράμα συνεχίζεται. Τσακισμένη η
ευαίσθητη ψυχή του από την τραχύτητα της ζωής κινδυνεύει
να χαθεί και σαν ποιητής και σαν άνθρωπος. Είναι τα
σκληρά χρόνια της αλητείας του. Ευτυχώς, και για τον
ίδιο και για την ποίηση, δε χάθηκε. Από τη δοκίμασαν
αυτή, από τον πόνο και την πίκρα ο Ανθίας, παρά την
τραχύτητα των καιρών και τους ποικίλους περιορισμούς,
προχωρεί στην έκδοση της «Χαραυγής», απ' όπου μάχεται
για τη λευτεριά της Κύπρου. Το πρώτο του άρθρο στην
Χαραυγή έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο Ανάταση και
καλούσε το λαό του να μην γονατίσει μπροστά στα δεινά
της αποικιοκρατίας και της σκλαβιάς.
Μέσα στο ίδιο κλίμα κινούνται οι συλλογές που
ακολούθησαν: «Ιντερμέδιο», «Β Ιντερμέδιο», «Βομβύκιο»,
«Σερενάτα», αν και στα τελευταία, πρέπει να πούμε,
υπάρχει και πολύ στοιχείο από την προσωπική ζωή του
ποιητή.
Αυτή την εποχή ο Ανθίας αρχίζει συστηματικά και
δημιουργικά τη δημοσιογραφική του εργασία. Εργάζεται σαν
συντάκτης στην «Πρωία» (1935) και αργότερα στην
«Ελευθερία» (1939) και με το ανήσυχο πνεύμα του, την
κοινωνική συνείδηση του και τη δύναμη της γραφής του
προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στην κυπριακή
δημοσιογραφία.
Με την έκρηξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και ιδίως μετά
τη φασιστική επίθεση εναντίον της Ελλάδας και αργότερα
της Σοβιετικής Ένωσης, δημιουργήθηκε στην Κύπρο ένα
πνεύμα υπέρ των Δημοκρατικών Δυνάμεων και εναντίον του
φασισμού, μέσα στο οποίο ατόνησαν και ουσιαστικά
καταργήθηκαν οι δικτατορικοί περιορισμοί. Άρχισε μια
αντιφασιστική εκστρατεία με άρθρα και λαϊκές
κινητοποιήσεις με ιδεολογικό και εθνικό υπόβαθρο.
Ο Ανθίας, σαν κορυφαίο στέλεχος της οργανωμένης πια
αριστεράς (είναι γνωστό ότι ο Ανθίας ήταν μέλος του
Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου και ιδρυτικό μέλος του
ΑΚΕΛ, στο οποίο παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του),
βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτών των κινητοποιήσεων.
Αναπτύσσει μια μαχητική δημοσιογραφική δραστηριότητα,
παίρνει μέρος στις λαϊκές εκδηλώσεις, εκφωνεί λόγους...
Αυτή την περίοδο εκδίδει τα δυο του περιοδικά «Φλόγα και
Σπίθα» καθώς και μια σατιρική φυλλάδα, το «Φραγγέλιο»
Σαν δημιουργός εμπνέεται από την αντιφασιστική πάλη των
λαών και τον αγώνα της Ελλάδας. Επιστρέφει στην
αγωνιστική ποίηση και στο πατριδολατρικό στοιχείο. Τώρα,
όμως, η αγωνιστική φωνή του είναι πανανθρώπινη στο
περιεχόμενο της και η αγάπη προς την Ελλάδα ένας βαθύς
πατριωτισμός. Γράφει: «Ηρωική Συμφωνία» (1942), «Εκ
βαθέων» (1944), «Το Ανθρώπινο Έπος» (1945), «Ελλάδα»
(1946), «Κυπριακή Ραψωδία» (1947).
Το 1948, θέλοντας να κινηθεί μέσα σε ευρύτερους
ορίζοντες, φεύγει για την Αγγλία. Εκεί συνεχίζει να
εκδίδει τα περιοδικά «Φλόγα και Σπίθα» (που τα τύπωνε
στο τυπογραφείο Ζαβαλλή στη Λευκωσία), συνεργάζεται με
την Ελληνική Υπηρεσία του Βρετανικού Ραδιοφώνου μαζί με
τον Μιχάλη Κακογιάννη, στέλλει ανταποκρίσεις στην Κύπρο
και την Αλεξάνδρεια και πρωτοστατεί στην ίδρυση της
Ελληνικής Σχολής Λονδίνου, στην οποία ο ποιητής
αφοσιώθηκε με πίστη και αυταπάρνηση αγωνιζόμενος να
προσφέρει στα ξενιτεμένα κυπριόπουλα ελληνική εκπαίδευση
και να διατηρήσει την ελληνική συνείδηση και την
ελληνική ταυτότητα μέσα στην παροικία.
Εδώ ο ποιητής γράφει το «Τραγούδι της Γης» και το
S.O.S.,
δυο βιβλία με φιλοσοφική διάθεση.
Όταν επιστρέφει στην Κύπρο, το 1955, το νησί έχει κιόλας
περάσει σ' ένα νέο μαχητικό στάδιο του εθνικού αγώνα. Ο
Ανθίας εργάζεται σαν συντάκτης στην εφημερίδα «Νέος
Δημοκράτης» και καταβάλλει προσπάθειες, μαζί με άλλους
λογοτέχνες, για την έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού.
Δόθηκε και υλικό στο τυπογραφείο για το πρώτο φύλλο, μα
πριν προφτάσει να τυπωθεί, ο Ανθίας βρέθηκε στα
συρματοπλέγματα της Δεκέλειας κι αργότερα στις Κεντρικές
Φυλακές της Λευκωσίας. Ακόμα μια φορά ο Ανθίας πορεύεται
πλάι-πλάι με τον λαό της πατρίδας του, ακόμα μια φορά
κάνει το χρέος του προς τον αγωνιζόμενο λαό του σαν
ποιητής και σαν άνθρωπος. Εδώ, στα κρατητήρια του ξένου
κατακτητή, παθαίνει την πρώτη καρδιακή προσβολή. Κι ενώ
οι φίλοι του περιμένουν με αγωνία τα νέα του από το
Γενικό Νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε, έφτασε κοντά τους η
«Διακήρυξη» του:
Κι ίχνη καρδιάς να ζούνε μέσα μου
θα τραγουδώ και θ'
αλαλάζω
για Σένα ατίμητη
ζωή,
για Σε γαλανομάτα
Λευτεριά.
Αργότερα ο κύπριος ραψωδός θα εκδώσει δυο βιβλία
εμπνευσμένα από τον νέον αγώνα της Κύπρου, το
«Ημερολόγιο τον
C.D.P.
(όπου περιλαμβάνει πολλά ποιήματα που έγραψε στα
κρατητήρια) και το «Ορατόριο». Και τα δυο είναι
διαποτισμένα από μια απέραντη αγάπη για την Κύπρο. Τα
διαπερνά ένα φλογερό πάθος για τη λευτεριά.
Λόγω της αρρώστιας του, οι Άγγλοι τον απολύουν το 1956
κι ο Ανθίας φεύγει και πάλι για το Λονδίνο το 1957, όπου
εργάζεται σαν διευθυντής της εφημερίδας «Βήμα» και
είναι εδώ που γνωριστήκαμε με τον ποιητή. Ποτέ στα
ιστορικά της δημοσιογραφίας, η ελληνική γλώσσα με τον
πλουσιότατο της κόσμο δεν χρησιμοποιήθηκε τόσο
αριστοτεχνικά. Η δημοσιογραφία έγινε ποίηση. ήταν
άριστος τεχνίτης της γλώσσας.
Αλλά, γεννημένος
ποιητής καθώς είναι, "τραγουδιστής των σύγχρονων
καταστάσεων", δεν μπορούσε να μη δονείται η ψυχή του και
να μην εμπνέεται από τα μεγάλα γεγονότα που σημαδεύουν
τη μοίρα του κόσμου και ιδιαίτερα της Ελλάδας. Ως την
τελευταία του πνοή γράφει. Γράφει για τον πόλεμο στο
Βιετνάμ, γράφει για τη δολοφονία του μάρτυρα της ειρήνης
Λαμπράκη (Λαμπρακιάδα), γράφει για τη νέα δοκιμασία της
Ελλάδας (Αγρυπνώ για σένα Ελλάδα} και πεθαίνει "με το
όραμα της παγκόσμιας Ειρήνης και της λευτεριάς" καθώς
λέει σ' ένα σημείωμά του στη «Νέα Εποχή» ο Βάρναλης.
Εκτός από την ποίηση, ο Ανθίας ασχολήθηκε και με άλλα
είδη του λόγου. Την πεζογραφία «Μπλακ Μαρία Νο. 1», τη
λαογραφία («Ζωντανή Κύπρος», μια εξαιρετική συμβολή στις
λαογραφικές μας μελέτες) και το θέατρο («Η δημοπρασία»,
«Ο γιόκας μας», «Το παλικάρι της φακής», «Στάλινγκραντ»
κ.ά). Ωστόσο, παρά το ότι σε ορισμένα απ' αυτά είχε
σχετική επιτυχία , ο Ανθίας παραμένει κατ' εξοχήν
εργάτης του έμμετρου λόγου, εργάτης του στίχου. Αυτή
είναι η περιοχή του.
Τον Επίλογο από τα Σφυρίγματα του Αλήτη, που φιλοσοφεί
προφητικά τη ζωή της κακουχίας και της στέρησης, βγήκαν
τα Σφυρίγματα τον Αλήτη, που τον λύτρωσαν.
Τα ποιήματα αυτά
του Ανθία έκαμαν βαθύτατη αίσθηση στην ελληνική
πρωτεύουσα, έγιναν δεχτά μ' ενθουσιασμό από τους
λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας. Σήμερα, ύστερα από
εβδομήντα χρόνια από την έκδοση τους, εξακολουθούν να
συγκινούν παλιούς και νέους. Δε νομίζω να υπάρχει
άνθρωπος του λαού που να μη θυμάται απ' έξω έστω και δυο
στίχους του Ανθία. Τα Σφυρίγματα του εξακολουθούν να
συγκινούν για την ειλικρίνεια τους, τη βαθιά ανθρωπιά
τους, τον λυρισμό, τον άρτιο, το μουσικότατο στίχο τους
και τον άγριο σαρκασμό τους που είναι καρπός ενός
ματωμένου πόνου.
-Τι τρομερός, τι τρομερός, που 'ναι κι αυτός ο
αλητισμός!
Τέτοια μιλώ, παραμιλώ την κάθε μέρα
και γελώ με τον
ανόητο εαυτό μου,
πο 'χει πιστέψει στη ζωή και την ερμιά του δρόμου.
-Κάποιον αγάπη
καρτερώ
και θα 'ρθει
σύντομα, θαρρώ!
Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελή
πο 'χες πεποίθηση
πολλή
στα μαδημένα τα
φτερά σου,
είν' ο αγέρας
δυνατός
κι ανάλαφρη η χαρά
σου.
Βαθύς πόνος, απαισιοδοξία, σαρκασμός και ειρωνεία
διαπερνούν τους στίχους αυτούς. Μα δεν εγκαταλείπεται ο
ποιητής στην τέλεια εκμηδένιση. Μέσα από τον σαρκασμό
και το πικρό του ειρωνικό γέλιο διαφαίνεται η αγωνία, η
λαχτάρα και η πάλη για τον λυτρωμό.
Τα «Σφυρίγματα τον Αλήτη» χαρακτηρίζονται σαν σταθμός
στην ελληνική ποίηση. "Ήταν μια νέα και πηγαία φωνή",
γράφει ο Μάρκος Αυγέρης στη «Νέα Εποχή», που "με την
πρώτη κιόλας εμφάνιση του, πήρε εξέχουσα θέση ανάμεσα
στους νέους ποιητές που παρουσιάζονται στην πρώτη
δεκαετία του μεσοπολέμου".
Κι ένας άλλος Έλληνας μελετητής, ο Τάσος Βουρνάς,
έγραψε:
"Πώς να μη θυμηθεί κανείς τον ποιητή των «Σφυριγμάτων
τον Αλήτη» που έθρεψαν ποιητικά μια ολόκληρη γενιά την
πρώτη δεκαετία του μεσοπολέμου;...".
Είναι φανερό πια ότι ο Ανθίας, επηρεασμένος από το κλίμα
που δημιουργούν στην Ελλάδα οι ιδέες της Ρωσικής
Επανάστασης, όπως το εκπροσωπούσαν ο Ταγκόπουλος, ο
Χατζόπουλος, ο Παρορίτης, ο Κατηφόρης, ο Βάρναλης,
κυρίως ο Βάρναλης, προωθείται σε πιο προχωρημένες
κοινωνικές θέσεις, αλλά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει
τους καινούργιους προσανατολισμούς του. Το καινούργιο
περιεχόμενο και τους καινούργιους στόχους που θέλει να
δώσει στην ποίηση του θ' αρχίσει να τα συνειδητοποιεί
αργότερα, μετά την επιστροφή του στην Κύπρο, το 1930,
και την ανάμιξη του με το οργανωμένο αριστερό κίνημα.
Από δω και πέρα όλη η ζωή του είναι μια διαρκής και
σκληρή πάλη ενάντια σ' όλα τα εμπόδια που παρεμβάλλονται
στον δρόμο του σαν αποτέλεσμα της δίωξης που υφίσταται,
και ενάντια στις αδυναμίες του ίδιου του εαυτού του.
Σήμερα μπορούμε να πούμε με σεβασμό προς τη δραματική
μορφή του, ότι ο ποιητής μας, παρ' όλο που στη μάχη αυτή
έδειξε κάποτε σημεία κάμψης και υποχώρησης, ωστόσο δεν
έχασε την πίστη του που γρήγορα τον ανύψωσε και πάλι
και, τελικά, τον έβγαλε νικητή. Σε κάθε δύσκολη καμπή
της ιστορίας του λαού μας ο Ανθίας στάθηκε δίπλα του.
Έδωσε το παρόν του, ένα σημαντικό και αξιοθαύμαστο
παρόν, και σαν ποιητής και σαν άνθρωπος.
Αυτή την περίοδο αισθάνεται την ανάγκη να δοκιμάσει τα
φτερά του για ψηλότερα πετάγματα, θέλει να εκφράσει με
την ποίηση του τις νέες κοινωνικές του εμπειρίες, τις
νέες ιδέες που τον συγκλονίζουν, αλλά ταυτόχρονα θέλει
να κάνει ποίηση της μεγάλης πνοής, να δώσει συνθετική,
επική έκταση στις εμπνεύσεις του. Καρποί αυτής της
προσπάθειας είναι η Δευτέρα Παρουσία και το Πουργατόριο,
δυο ποιητικές συνθέσεις, που εξέδωσε το 1931, με
τολμηρότατες συλλήψεις και έντονη, αμείλιχτη κριτική
εναντίον των κρατούντων. Αλλά, ίσως γιατί δεν είχε ακόμη
αφομοιώσει στην πληρότητα και στο βάθος τους τις ιδέες
και το φιλοσοφικό στοχασμό που ήθελε να εκφράσει, ίσως
γιατί τον έσπρωχνε η εκρηκτική ιδιοσυγκρασία του, ίσως
γιατί ήταν πολύ πικραμένος ("Μες την καρδιά μου
ογκόλιθος ο πόνος με βαραίνει...", λέει στην αρχή του
ποιήματος), η κριτική του ξεπέρασε τα εσκεμμένα, πήρε τη
μορφή άγριας επίθεσης με ακραίες θέσεις, που ενόχλησε.
Αυτά είναι σκόρπια και αποσπασματικά μερικά δείγματα
από τη «Δευτέρα Παρουσία». Δεν επιτρέπει, δυστυχώς, ο
χώρος ν' αναφερθώ ευρύτερα για να δώσω ολόκληρα μέρη από
το ποίημα αυτό, θα 'θελα όμως ν' αναφέρω τα εξαίρετα
κομμάτια στα οποία μιλούν η μάνα, η παραστρατημένη, ο
εργάτης.
Στις ταραγμένες και
σκληρές μέρες των Οκτωβριανών ο Ανθίας μοιράστηκε με τον
λαό την έξαρση των ημερών, μα και τους διωγμούς και τις
ταλαιπωρίες που ακολούθησαν. Πιάστηκε από τους Άγγλους
πληγωμένος στο χέρι από πυροβολισμό και οδηγήθηκε στις
φυλακές και αργότερα εντοπίστηκε στα χωριά Ανδρολύκου
και Κοντέα, το χωριό του. Στην Ανδρολύκου ο εντοπισμένος
ποιητής μαζεύει τους Τούρκους κατοίκους του χωριού τα
βράδια στο καφενείο και τους μαθαίνει ελληνικά. Κι η
φωτογραφία του δασκάλου αναρτάται στον τοίχο του
τούρκικου καφενείου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που
έχουμε, μένει εκεί ως το 1956. Πότε κατέβηκε, αν
κατέβηκε, δε γνωρίζουμε.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, γνωστά σαν χρόνια της
Παλμερικής δικτατορίας, ο Ανθίας κάνει μια καινούργια
δημιουργική προσπάθεια. Τώρα θέλει να εκφράσει με τη
μορφή της μακρόπνοης συνθετικής ποίησης το βαθύτερο
δράμα του ανθρώπου, το κοινό δράμα του καθολικού
ανθρώπου. Γράφει μια τριλογία ή, καλύτερα, μια
τετραλογία (γιατί ουσιαστικά το έργο αυτό αρχίζει από το
πρώτο βιβλίο αυτής της περιόδου) με τους
χαρακτηριστικούς τίτλους: "Διψασμένοι στην Άβυσσο",
"Χάος", "Έξοδος", "Άνοδος". Στρέφεται και πάλι προς τον
λυρισμό, ένα λυρισμό πάντα ανήσυχο και επαναστατημένο κι
ο στοχασμός του τώρα είναι πιο βαθύς και φιλοσοφικά πιο
μεστωμένος. Νιώθει βαθύτερα και καθολικότερα την
ανθρώπινη μοίρα, κάποτε φτάνει σε τόνους απαισιόδοξους,
γρήγορα όμως ξαναβρίσκει το φως της ελπίδας για να
φτάσει στην έξοδο και την άνοδο.
Ο Ανθίας στη νέα του συλλογή, κινείται πια εντελώς
άνετα σ' έναν ανώτερο διανοητικό κόσμο, και με μια
θαυμαστή ειλικρίνεια έμπνευσης κατορθώνει να
μετουσιώσει τη φιλοσοφική του σκέψη σε στοιχείο καθαρά
λυρικό . Η αγανάκτηση, η οργή, ο οίκτος, η ειρωνεία, ο
σαρκασμός, που αποτελούσαν ίσως τις χαρακτηριστικότερες
εκδηλώσεις των προηγούμενων έργων του, παραμερίζονται
από το βαθύ αίσθημα της αγάπης, της εγκαρτέρησης και του
πόνου, που μετατρέπονται τώρα σε δημιουργικό στοιχείο
στα χέρια του καλλιτέχνη . Ποιητής ώριμος πια και
μεστωμένος με συνείδηση καθαρά καλλιτεχνική πάτησε τα
όρια της αληθινής τέχνης..
Ο ποιητής, που με τα «Σφυρίγματα τον Αλήτη» ανανεώνει
την ελληνική ποιητική παράδοση κι ίδρυσε γύρω στο 1928
«Ποιητική Σχολή», έγραψε ποίηση λυρική, γεμάτη από ένα
παθητικό αίσθημα αντιστάσεως, που το δονεί ένας βαθύς
ανθρώπινος πόνος. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου
και το έργο του, ιδίως της πρώτης περιόδου, πέρα από τον
κοινωνικό χαρακτήρα του, έχει γνήσιο λυρισμό κι αληθινή
ποίηση.
Μέσα στο ίδιο κλίμα κινούνται οι συλλογές που
ακολούθησαν: «Ιντερμέδιο», «Β Ιντερμέδιο», «Βομβύκιο»,
«Σερενάτα», αν και στα τελευταία, πρέπει να πούμε,
υπάρχει και πολύ στοιχείο από την προσωπική ζωή του
ποιητή.
Θα ήθελα να παραθέσω ένα από τα καλύτερά του ποιήματα,
το οποίο ο ίδιος αγαπούσε και απάγγελλε σε
συγκεντρώσεις.
Αλήτη! Απόψε είν' η
βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να
κοιμηθείς σ' ένα παγκάκι, αλήτη!
Πλάτυνε η σκέψη τη
ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
που έκανε ο
άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν σπίτι.
Δεν έχεις δάκρυα να
θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονάς,
ούτε κραυγές
υστερικές να βγάνεις πέρα ως πέρα.
Εισ' ένα κύμα
σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτινής,
που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχη εσπέρα.
Κι όταν θα βρεις το
λυτρωμό σ' ένα παγκάκι ξαπλωμένος
και θα σιγήσει ο
σίφουνας κι η θύελλα της ζωής σου,
αλήτη, δεν θα πεις
ποτέ πως ήσουν κουρασμένος
απ' τον αγώνα το σκληρό της άρρυθμης ψυχής σου.
Αλήτη! Απόψε είν' η
βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.Μπορείς να πας να κοιμηθείς
σ' ένα παγκάκι, αλήτη!Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ,
τόσο πολύ,που έκανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν:
σπίτι.
Με αυτά τα λίγα
λόγια κλείνω αυτό το αφιέρωμα σαν ένα μικρό φόρο τιμής –
ένα ταπεινό μνημόσυνο σε ένα Μεγάλο Πνευματικό
Δημιουργό. Το έργο του αξίζει να μελετηθεί από τις
μελλούμενες γενιές γιατί στη μακρόχρονη ιστορία της η
πατρίδα μας σπάνια γέννησε τέτοιο Λεβεντογιό. Ο Ανθίας
υπήρξε η πιο λυρική, η πιο δυνατή, η πιο ανθρώπινη φωνή
που γνώρισε ποτέ η Κύπρος.
H
Παροικία μας τίμησε ένα γίγαντα της Κυπριακής
Λογοτεχνίας
Τεύκρος Ανθίας (1903-1968)
Ο Ποιητής της Αντίστασης και της Λευτεριάς
Ένα μικρό αφιέρωμα του
Καθηγητή Ζαννέτου Τοφαλλή

Αυτές τις μέρες
συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση και 35 χρόνια
από τον θάνατο του μεγαλύτερου, ίσως, ποιητή που γέννησε
ποτέ η Κύπρος, του Τεύκρου Ανθία.
Είχα την ευκαιρία
να γνωρίσω τον Τεύκρο Ανθία όταν βρισκόταν στο Λονδίνο
από το 1957-1968. Και γνώρισα από κοντά τον μεγάλο
Ποιητή, Δάσκαλο, Πνευματικό Ηγέτη και Άνθρωπο αφού
εργαστήκαμε στην έκδοση της παροικιακής εφημερίδας ΤΟ
ΒΗΜΑ του Λονδίνου.
Το σημείωμα που
ακολουθεί, αποτελεί ένα ταπεινό μνημόσυνο στο μεγάλο
Δάσκαλο, τον γεννημένο Ποιητή, τον πρωτοπόρο αγωνιστή
της Προόδου και της Λευτεριάς, της Ειρήνης και της
Δημοκρατίας. Γι αυτές τις αθάνατες αρχές έδωσε ολόκληρη
τη ζωή του.
Ο Τεύκρος Ανθίας
γεννήθηκε στην Κοντέα Αμμοχώστου στις 10 Απριλίου 1903
από φτωχική οικογένεια. Το πραγματικό του όνομα ήταν
Ανδρέας Παύλου. Το όνομα Τεύκρος Ανθίας είναι φιλολογικό
ψευδώνυμο παρμένο από την ελληνική μυθολογία.
Παντρεύτηκε τη Λόλα
Λεοντιάδου με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά – τον
Αντίνοο και την Πόπη. Με τη δεύτερη του γυναίκα, την
Αναστασία, απέκτησαν τρία παιδιά – την Φλόγα, τον Τεύκρο
και την Άντρη.
Πέθανε στις 15
Νοεμβρίου 1968, στο Λονδίνο, σε ηλικία 65 χρόνων, και
τάφηκε στη γενέτειρά του, την Κοντέα, το σκλαβωμένο του
χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου.
Σε ηλικία 10
χρόνων, έχει κιόλας τυπωμένες έξι φυλλάδες με τραγούδια
σε ποιητάρικη μορφή με θρησκευτικά, πατριωτικά και
κοινωνικά θέματα.
Το πρώτο του ποίημα άρχιζε με το δίστιχο:
Άντρες, γυναίκες και παιδιά κοντά μου συναχτείτε,
ν' ακούσετε ελληνικά και να συγκινηθείτε.
Για το όνομά του, σαν εισαγωγή, έλεγε:
Ανδρέας Παύλου ελέγουμουν
Και νυν Τεύκρος Ανθίας,
Ποιηταρούδιν νηστικόν
Παιδίν της αλητείας.
Το 1922, ο Ανθίας είναι απόφοιτος του Ιεροδιδασκαλείου
Λάρνακας. Είναι έτοιμος να εισέλθει στο διδασκαλικό
επάγγελμα κι έχει κιόλας εισέλθει στον χώρο των
κυπριακών γραμμάτων
Η ώριμη, η αδρή και
λυρική του φωνή θ' ακουστεί στην Αθήνα ύστερα από εφτά
χρόνια, όταν θα κυκλοφορήσει τα Σφυρίγματα του Αλήτη. Ο
ποιητής, βγαίνοντας από το Ιεροδιδασκαλείο, δοκίμασε να
δοθεί στο διδασκαλικό επάγγελμα, αλλά δε φαίνεται να
βρήκε ευνοϊκό κλίμα, αν κρίνουμε από την πορεία που
αναγκάστηκε ν' ακολουθήσει στην υπηρεσία του: Δάσκαλος
στην Χοιροκοιτία (1922-1923), στη Σπάρτη όπου σύμφωνα με
ορισμένες πληροφορίες εξέδιδε μόνος του κι ένα
λογοτεχνικό περιοδικό, τη «Φλόγα» (1924-1925),
Σκλαβοχώρι (1926), στην Κάρυστο, περιφέρεια Λακεδαίμονος
(πέντε μήνες). Έτσι, στην περίοδο αυτή πλανάται φτωχός
και έρημος, πικραμένος και τρομερά απογοητευμένος στους
δρόμους της Αθήνας.
Φτωχός πολύ, όπως
φαινόταν από την όλη του εμφάνιση συμπληρωνόταν το
πορτραίτο του από την ατημελησία του συνόλου του, που
σου έκαμνε άμεση και καίρια εντύπωση εξ αφορμής της
απεριποιησίας του που στεφανώνονταν κι από τα άκοπα
μαλλιά του ριγμένα άσχημα γύρω από το κεφάλι του, κι
έφταναν ως τους ώμους του.
Αυτή την εποχή ο
Ανθίας αρχίζει συστηματικά και δημιουργικά τη
δημοσιογραφική του εργασία. Εργάζεται σαν συντάκτης στην
«Πρωία» (1935) και αργότερα στην «Ελευθερία» (1939) και
με το ανήσυχο πνεύμα του, την κοινωνική συνείδηση του
και τη δύναμη της γραφής του προσφέρει σημαντικές
υπηρεσίες στην κυπριακή δημοσιογραφία.
Με την έκρηξη του
Β' Παγκόσμιου Πολέμου και ιδίως μετά τη φασιστική
επίθεση εναντίον της Ελλάδας και αργότερα της Σοβιετικής
Ένωσης, δημιουργήθηκε στην Κύπρο ένα πνεύμα υπέρ των
Δημοκρατικών Δυνάμεων και εναντίον του φασισμού, μέσα
στο οποίο ατόνησαν και ουσιαστικά καταργήθηκαν οι
δικτατορικοί περιορισμοί. Άρχισε μια αντιφασιστική
εκστρατεία με άρθρα και λαϊκές κινητοποιήσεις με
ιδεολογικό και εθνικό υπόβαθρο.
Ο Ανθίας, σαν
κορυφαίο στέλεχος της οργανωμένης πια αριστεράς (είναι
γνωστό ότι ο Ανθίας ήταν μέλος του Κομμουνιστικού
Κόμματος Κύπρου και ιδρυτικό μέλος του ΑΚΕΛ, στο οποίο
παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του), βρίσκεται στην
πρωτοπορία αυτών των κινητοποιήσεων. Αναπτύσσει μια
μαχητική δημοσιογραφική δραστηριότητα, παίρνει μέρος
στις λαϊκές εκδηλώσεις, εκφωνεί λόγους..
Σαν δημιουργός εμπνέεται από την αντιφασιστική πάλη των
λαών και τον αγώνα της Ελλάδας. Επιστρέφει στην
αγωνιστική ποίηση και στο πατριδολατρικό στοιχείο. Τώρα,
όμως, η αγωνιστική φωνή του είναι πανανθρώπινη στο
περιεχόμενο της και η αγάπη προς την Ελλάδα ένας βαθύς
πατριωτισμός. Γράφει: «Ηρωική Συμφωνία» (1942), «Εκ
βαθέων» (1944), «Το Ανθρώπινο Έπος» (1945), «Ελλάδα»
(1946), «Κυπριακή Ραψωδία» (1947).
Το 1948, θέλοντας να κινηθεί μέσα σε ευρύτερους
ορίζοντες, φεύγει για την Αγγλία. Εκεί συνεχίζει να
εκδίδει τα περιοδικά «Φλόγα και Σπίθα» (που τα τύπωνε
στο τυπογραφείο Ζαβαλλή στη Λευκωσία), συνεργάζεται με
την Ελληνική Υπηρεσία του Βρετανικού Ραδιοφώνου μαζί με
τον Μιχάλη Κακογιάννη, στέλλει ανταποκρίσεις στην Κύπρο
και την Αλεξάνδρεια και πρωτοστατεί στην ίδρυση της
Ελληνικής Σχολής Λονδίνου, στην οποία ο ποιητής
αφοσιώθηκε με πίστη και αυταπάρνηση αγωνιζόμενος να
προσφέρει στα ξενιτεμένα κυπριόπουλα ελληνική εκπαίδευση
και να διατηρήσει την ελληνική συνείδηση και την
ελληνική ταυτότητα μέσα στην παροικία. Εδώ ο ποιητής
γράφει το «Τραγούδι της Γης» και το
S.O.S.,
δυο βιβλία με φιλοσοφική διάθεση.
Όταν επιστρέφει
στην Κύπρο, το 1955, το νησί έχει κιόλας περάσει σ' ένα
νέο μαχητικό στάδιο του εθνικού αγώνα. Ο Ανθίας
εργάζεται σαν συντάκτης στην εφημερίδα «Νέος Δημοκράτης»
και καταβάλλει προσπάθειες, μαζί με άλλους λογοτέχνες,
για την έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού. Δόθηκε και
υλικό στο τυπογραφείο για το πρώτο φύλλο, μα πριν
προφτάσει να τυπωθεί, ο Ανθίας βρέθηκε στα
συρματοπλέγματα της Δεκέλειας κι αργότερα στις Κεντρικές
Φυλακές της Λευκωσίας. Ακόμα μια φορά ο Ανθίας πορεύεται
πλάι-πλάι με τον λαό της πατρίδας του, ακόμα μια φορά
κάνει το χρέος του προς τον αγωνιζόμενο λαό του σαν
ποιητής και σαν άνθρωπος. Εδώ, στα κρατητήρια του ξένου
κατακτητή, παθαίνει την πρώτη καρδιακή προσβολή. Κι ενώ
οι φίλοι του περιμένουν με αγωνία τα νέα του από το
Γενικό Νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε, έφτασε κοντά τους η
«Διακήρυξη» του:
Κι ίχνη καρδιάς να ζούνε μέσα μου
θα τραγουδώ και θ'
αλαλάζω
για Σένα ατίμητη
ζωή,
για Σε γαλανομάτα
Λευτεριά.
Αργότερα ο κύπριος
ραψωδός θα εκδώσει δυο βιβλία εμπνευσμένα από τον νέον
αγώνα της Κύπρου, το «Ημερολόγιο τον
C.D.P.
(όπου περιλαμβάνει πολλά ποιήματα που έγραψε στα
κρατητήρια) και το «Ορατόριο». Και τα δυο είναι
διαποτισμένα από μια απέραντη αγάπη για την Κύπρο. Τα
διαπερνά ένα φλογερό πάθος για τη λευτεριά.
Λόγω της αρρώστιας
του, οι Άγγλοι τον απολύουν το 1956 κι ο Ανθίας φεύγει
και πάλι για το Λονδίνο το 1957, όπου εργάζεται σαν
διευθυντής της εφημερίδας «Βήμα» και είναι εδώ που
γνωριστήκαμε με τον ποιητή. Ποτέ στα ιστορικά της
δημοσιογραφίας, η ελληνική γλώσσα με τον πλουσιότατο της
κόσμο δεν χρησιμοποιήθηκε τόσο αριστοτεχνικά. Η
δημοσιογραφία έγινε ποίηση. ήταν άριστος τεχνίτης της
γλώσσας.
Ως την τελευταία
του πνοή γράφει. Γράφει για τον πόλεμο στο Βιετνάμ,
γράφει για τη δολοφονία του μάρτυρα της ειρήνης Λαμπράκη
(Λαμπρακιάδα), γράφει για τη νέα δοκιμασία της Ελλάδας
(Αγρυπνώ για σένα Ελλάδα} και πεθαίνει "με το όραμα της
παγκόσμιας Ειρήνης και της λευτεριάς" καθώς λέει σ' ένα
σημείωμά του στη «Νέα Εποχή» ο Βάρναλης.
Τον Επίλογο από τα
Σφυρίγματα του Αλήτη, που φιλοσοφεί προφητικά τη ζωή της
κακουχίας και της στέρησης, βγήκαν τα Σφυρίγματα τον
Αλήτη, που τον λύτρωσαν.
Στις ταραγμένες και
σκληρές μέρες των Οκτωβριανών, ο Ανθίας μοιράστηκε με
τον λαό την έξαρση των ημερών, μα και τους διωγμούς και
τις ταλαιπωρίες που ακολούθησαν. Πιάστηκε από τους
Άγγλους πληγωμένος στο χέρι από πυροβολισμό και
οδηγήθηκε στις φυλακές και αργότερα εντοπίστηκε στα
χωριά Ανδρολύκου και Κοντέα, το χωριό του.
Στην Ανδρολύκου ο
εντοπισμένος ποιητής μαζεύει τους Τούρκους κατοίκους του
χωριού τα βράδια στο καφενείο και τους μαθαίνει
ελληνικά. Κι η φωτογραφία του δασκάλου αναρτάται στον
τοίχο του τούρκικου καφενείου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες
που έχουμε, μένει εκεί ως το 1956. Πότε κατέβηκε, αν
κατέβηκε, δε γνωρίζουμε.
Με αυτά τα λίγα λόγια, κλείνω αυτό το αφιέρωμα
σαν ένα μικρό φόρο τιμής – ένα ταπεινό μνημόσυνο σε ένα
Μεγάλο Πνευματικό Δημιουργό. Το έργο του αξίζει να
μελετηθεί από τις μελλούμενες γενιές γιατί στη
μακρόχρονη ιστορία της η πατρίδα μας σπάνια γέννησε
τέτοιο Λεβεντογιό. Ο Ανθίας υπήρξε η πιο λυρική, η πιο
δυνατή, η πιο ανθρώπινη φωνή που γνώρισε ποτέ η Κύπρος.
Μαζίν για επανένωσην
Μαζίν για επανένωσιν δίκαιην κοινωνίαν
Τζιαι μιαν κοινήν να έχουμεν Τζιύπρον τζιαι πολιτείαν.
Τούρτζιοι, Ρωμιοί, Λατίνιοι, Αρμένιοι, Μαρωνίτες
Του
τόπου μας να είμαστιν φρουροί μέρες τζιαι νύχτες.
Η
Τζιύπρος ναν το σπίτιν μας τζιαι πλούτος μας η γη μας
Γιατί τούτη ανήκει μας τζιαι τούτη εν δική μας
Θκιά
μας ψουμίν, φρούτα, φαΐν, νερόν πον η ζωή μας.
Αγαπημένοι να’μαστην προπαντός μονιασμένοι
Τζι’η Τζιύπρος ναν για λλόου μας τζιείνη ναν ενωμένη.
Καθένας μας να ζιούμεντε στον τόπον τον δικόν του
Αφού
τζιείνου ανήκει του τζι’εν κληρονομικόν του.
Παναγιώτης
Ζήνωνος (Τεμπριώτης),
Oρμήδεια
Μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους…
Τις ζούσαμε πραγματικά και τις
περιμέναμε με αγωνία εμείς τις Εθνικές επετείους. Με το
Ραδιοφωνικό Ίδρυμα της Κύπρου να μεταδίδει ολημερίς
εμβατήρια και τα τραγούδια του 40. Παρελάσεις,
αναπαραστάσεις μαχών, λαμπαδοδρομίες, απονομή τιμών
στους παλαίμαχους πολεμιστές. Και είναι πολλές χιλιάδες
οι Έλληνες Κύπριοι που έφυγαν εθελοντές για τον πόλεμο.
Πολέμησαν παντού. Από τις ψηλές βουνοκορφές της Πίνδου,
το Αργυρόκαστρο, τους Άγιους Σαράντα, το Τεπελένι, μέχρι
τις βαθιές χαράδρες της Κλεισούρας και τις πλαγιές
του731.
Να τι μετέδιδε την επομένη της 28ης
Οκτωβρίου του 1940, από την Λευκωσία ο ανταποκριτής του
Ρέουτερ: «Εις ολόκληρον την Κύπρο επικρατεί αφάνταστος
ενθουσιασμός αφ’ ής στιγμής ελήφθη η είδηση ότι η ΕΛΛΑΔΑ
απεφάσισε ν’ αμυνθεί διά των όπλων εις την Ιταλικήν
επίθεση. Εις ολόκληρον την νήσον υψώθηκαν Ελληνικές
σημαίες οι οποίες κυμάτιζαν παρά τας Αγγλικάς. Μέγα
πλήθος, συγκεντρώθη προ του Ελληνικού προξενείου και
έψαλλεν Ελληνικούς ύμνους. Εις το προξενείο της
Λευκωσίας κατά πυκνάς μάζας προσέρχονται ευσταλείς
Ελληνοκύπριοι ζητούντες να αποσταλούν εις την Ελλάδα
όπως υπηρετήσουν εις τας τάξεις του Ελληνικού στρατού».
Παρ’ όλα αυτά, λίγους μήνες αργότερα, ο
βρετανός πρωθυπουργός απαγορεύει στην εξόριστη Ελληνική
κυβέρνηση να εγκατασταθεί στην Κύπρο. Δεν επιτρέπει
ακόμη την εκπαίδευση Ελλήνων νεοσυλλέκτων στο νησί. Και
όλα αυτά, την ίδια ακριβώς ώρα που άναυδος από τις
ηρωικές θυσίες των παιδιών της μάνας Ελλάδας, δήλωνε,
πως τώρα πια θα λέμε: «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».
Κάναμε τραγούδι τον καημό, με στίχους
που κέντησαν ο Τραϊφόρος και ο Σουγιούλ και απέδιδε
εξαίσια η τραγουδίστρια της νίκης Σοφία Βέμπο: «Ποιος το
περίμενε στ’ αλήθεια, να βγουν ψευτιές και παραμύθια και
να ξεχάσουν πια τα λόγια εκείνα τους, που μας τα λέγαν
κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους… Σε κάθε χιονισμένη ράχη,
σαν πολεμούσαμε μονάχοι, όλοι λαγούς με πετραχήλια μας
ετάζετε και μες τα μάτια με λατρεία μας κοιτάζετε. Μα
ξεχασμένα όλα εκείνα, η Πίνδος και η Πρεμεσίνα, ίσως μια
μέρα εμάς που τόσο αίμα χύσαμε να μας καθίσουν στο
σκαμνί γιατί νικήσαμε….
Μα φυσικό θα μας φανεί κι’ αυτό ακόμα
και στην Ελλάδα μας θα πούμε μ’ ένα στόμα: Κάνε κουράγιο
Ελλάδα μου, όσο μπορείς κρατήσου και στα παλιά παπούτσια
σου γράψε όσα λεν οι εχθροί σου, κι’ αν μας την έσκασαν
με μπαμπεσιά οι σύμμαχοι με μπαμπεσιά στην μοιρασιά,
κάνε κουράγια Ελλάδα μου μην μας αρρωστήσεις, γιατί το
θέλει κι ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις».
Και η ιστορία. Τι
να έγραψε αλήθεια η Ιστορία για εκείνη την ανεπανάληπτη
εποποιία των Πανελλήνων. Να τι γράφει στο ημερολόγια του
ο αείμνηστος πολεμιστής του Αλβανικού έπους Κωνστάντιος
Γιαλλουρίδης: «Η ιστορία μας διδάσκει ότι οι νικητές του
β΄ Παγκοσμίου πολέμου, Άγγλοι, Αμερικανοί και Σοβιετικοί
ηττήθηκαν από το Χιτλερικό πνεύμα, γιατί το εφάρμοσαν με
τη συνδιάσκεψη της Γιάλτας (1945), πριν παραδοθεί η
Γερμανία (!), γιατί εκεί μοίρασαν τους λαούς της Ευρώπης
και των άλλων Ηπείρων σαν κοπάδια προβάτων. Γι’ αυτό οι
«Ισχυροί της Γής» στις 8 Μαΐου του 1995, όταν εόρτασαν
τα πενηντάχρονα της νίκης κατά του άξονα στην Μόσχα, δεν
βρήκαν σκόπιμο να αναφερθούν στην συμβολή της Ελλάδας
στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ εξήραν την συμβολή της
Γαλλίας, που χάρη στο «πουρκουά» των Γάλλων στρατιωτών
παραδόθηκε σε 20 μέρες! Η μάνα Ελλάδα που όχι μόνο
απουσίασε από την απονομή των επάθλων της νίκης, αλλά
βρέθηκε να αιματοκυλίζεται στα χωριά, στις πόλεις, στα
βουνά και στα λαγκάδια, από μια ανελέητη εμφύλια
συμφορά.
Για όσους ακόμα απορούν λοιπόν για
εκείνη την απίστευτης γενναιότητας αντίσταση των
Ελλήνων απέναντι στις σιδερόφρακτες στρατιές του Χίτλερ
αρκεί μια μικρή μόνο υπόμνηση από τον Στρατηγό των
Στρατηγών, τον Ιωάννη Μακρυγιάννη: «Όσο αγαπώ την
πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας, Να ‘ρθη ένα να μου
ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στέργομαι να μου
βγάλη και τα δυό μάτια. Ότι αν είμαι στραβός και η
πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει. Αν η πατρίδα μου
είναι αχαμνά, δέκα μάτια να ‘χω, στραβός θα να ‘μαι. Ότι
σ’ αυτήνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπόν να πάγω αλλού».
Και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «Ο κόσμος
μας έλεγεν τρελούς. Ημείς αν δεν είμεθα τρελοί δεν
εκάναμεν την επανάστασιν διατί ηθέλαμεν συλλογισθή
πρώτον διά πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας,
πυραταποθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει
την δύναμιν την ειδική μας, την τουρκικήν δύναμιν. Τώρα
που ενικήσαμεν, που ετελειώσαμεν με το καλό τον πόλεμο
μας μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμεν
ηθέλαμεν τρώγει κατάρες».
Επίκαιρα όπως πάντα μηνύματα για όλους
μας. Αρκεί βεβαίως να μην έχουμε ήδη παραδοθεί στον
αδηφάγο παγκοσμιοποιημένο, δήθεν πολυπολιτισμικό με τα
ξύλινα πόδια αμερικανικό γίγαντα…Αυτή είναι η αληθινή
Ιστορία μας κυρίες και κύριοι και όσοι πιστοί
προσέλθετε.
Ντίνος Αυγουστή
Εκπαιδευτικός στο
Α.Τ.Ε.Ι. της Λάρισας
Από το Μονάγρι
Λεμεσού.
a.avgoustis@hotmail.com.
28
τ’ Οχτώβρη
Κοσιοχτώ τ’
Οχτώβρη, φίλοι μου, μια εθνική ημέρα,
Μέρα του ΟΧΙ του
τρανού τζαι του ηρωικού ΑΕΡΑ.
Γιορτάζουν οι
Πανέλληνες, γιορτάζ’ η ανθρωπότης,
Γιορτάζ’ η
Αρχιεπισκοπή, γιορτάζει τζ’ η Κοινότης.
Με συγκεντρώσεις,
με γιορτές, λόους, χορούς, τραούθκια,
Δείχνουν την
περηφάνεια τους μιάλοι τζαι κοπελλούθκια.
Ούλοι μας
αθθυμούμαστιν το έπος του Σαράντα
Που η μιτσιά Ελλάδα
μας είπε στο φασισμό «στη πάντα».
Πάνω στις Πίνδου τα
βουνά γράφτηκεν ιστορία,
Οταν μια χούφτα
Ελληνες τάβαλαν μ’ αυτοκρατορία.
Τα παλληκάρια μας
πολέμησαν του φασισμού τα στίφη,
Εχοντας για ασπίδα
τους τα ηρωικά τους στήθη.
Εθαύμασεν τους ο
τουνιάς, π’ αρκάτην ως τον πόσιην,
Που πρώτοι αυτοί
εβάλασιν στον Αξοναν αντρόσιην.
Τζαι όμως η Ελλάδα
μας στο τέλος αδικήθηκεν
Γιατί που τους
συμμαχους της τέλεια περιφρονήθηκεν
Χάρης Σιαμαρής
(Από τη συλλογή
«Τα τραούθκια του Χωρκάτη»)
ΚΥΠΡΙΑ ΠΑΘΗ
Tης Αντρούλας
Τουμάζου
Στην στράταν της
Ανατολής,
στο σύνορον της
Δύσης
Η πέτρα η
πελετζιητή τον τόπον της ιβρίσκει
Τζι ο νούσιμος ο
άθθρωπος άπραχτος έν μεινίσκει
ΤΑ ΠΑΘΗ μας
αρκέψασιν1 σσιλιάες2 χρόνια πίσω
στην γλώσσαν π’
αναγιώθηκα3 εν να σας τα ’στορήσω
με λλία λόγια τα
παλιά μα πιο πολλά τα νέα
τζιαι βάρτε τα μες
στην καρκιάν, κάμετε τα σημαία.
Γιατί εν’ πρεπός
του καθενού, μιτσής4 ή μιάλος ένι5
να ξέρει πόθεν
έρκεται, να ξέρει πού πηαίννει.
Έν τζιαι δκιαλέει6
το παιδί γονιόν της όρεξής του
ό,τι του λάχει,
έλαχεν, τζι ευκαριστώ λαλεί του.
Μήτε
τζιαι γην να γεννηθεί τζιαι σπίτιν ν’ αγαπήσει
άλλες βουλές
ορίζουν τα, είνταλος να τα σβήσει!
ΕΜΕΙΣ εγεννηθήκαμεν
στους ίλαρους7 του τόπους
μα ο γιαλός έφερνεν
μας κάτεργα8 μ’ αρκαθρώπους9.
Την ζώστραν
κωλοσύρνασιν πέρκι10 τους την πατήσεις
τζιαι του καβκά την
αφορμήν να τους ανατζινήσεις11
Τζι αν μεν εδίας12
αφορμήν, τζιείνοι πάλε εβρίσκαν
νεπάμενοι13
τζιαι άπραχτοι ποττέ έν εμινήσκαν.
Την πίστην μας, την
γλώσσαν μας ν’ αλλάξουν εγυρεύκαν
εκατακόβκαν14
μας εμάς τζιαι τζιείνοι εβασιλεύκαν.
Ούλλοι κάτι
(ε)ζητούσασιν: χαλκόν, καράβκια, δούλες,
κρασίν, ψουμίν,
μεταξωτά, μουλάρηες τζιαι μούλες*
Μα έν τα
καταφέρασιν ’κόμα να μας ξηλείψουν15
τζι ώς το μιτσίν το
κoκκαλίν
θέλουν που μας να γλείψουν.
Τζιαι προπαντός
πκιερώνουμεν16 τούν’ την παδκιάν17
το χώμα
στην στράταν της
Ανατολής πο’ σιει ψουμίν ακόμα.
Ποιος έσιει το
δικαίωμαν τζιαι όποτε του δόξει18
φέρνει στρατούς
τζιαι πολεμά π’ όσσω19 μας να μας δκιώξει;
Δούλους εκάμαν μας
πολλοί, Ασσύριοι τζιαι Πέρσες
Αιγύπτιοι,
Σαρατζιηνοί, Φράντζιοι, Βενέθκιοι ψεύτες*
μα που τον
τούρτζικον ζυ(γ)όν σιειρόττερον20 έν έσιει
τρακόσια χρόνια
έφα(ε)ν μας τζι’ ακόμα εν’ μες στην μέσην.
Το γαίμαν τζιαι το
δρώμαν21 μας ήπιεν τζι εστράντζισέν το
άρπαξεν μας τον
τόπον μας στα δκυο εμοίρασέν τον
που το
(ε)βδομηντατέσσερα* ο Τούρκος, τζι έν ταράσσει22
ποτζιεί23
που ήρτεν τζιει να πά’, μα σαν τον σσιύλλον
λάσσει.24
1.άρχισαν
2. χιλιάδες 3. μεγάλωσα, ανατράφηκα 4. μιτσής, μικρός 5.
είναι 6. διαλέγει 7. ήρεμους, ήσυχους 8. καράβια 9.
αγριάνθρωπους, σκληρούς 10 μπας και, με την ελπίδα,
μακάρι, είθε 11. ανακινήσεις 12. έδινες 13. αναπαυμένοι,
ήσυχοι 14. έκαναν κομμάτια, δίχαζαν, διαιρούσαν 15.
εξαλείψουν, αφανίσουν 16. πληρώνουμε 17. πατημασιά 18.
του φαίνεται καλό, νομίζει, του έρχεται (η ιδέα) 19. από
μέσα, από το σπίτι 20. χειρότερο 21. ιδρώτα 22.δεν
κουνιέται, δεν το κουνάει 23. από εκεί 24. γαβγίζει,
αλυχτά
ΤΟΥ ΠΡΩΤΙΝΟΥ1
παθήματα, του υστερινού γιοφύρκα.
Φταίμεν τζι εμείς
που φτάσαμεν σε τούτα τα χαΐρκα2.
Αν ήταν πρώτη μας
φορά που κάμναμεν το λάθος
να μεν μετρήσουμεν
σωστά το τούρτζικον το πάθος
έθεν να βρίσκαμεν
για μας την δικαιολο(γ)ίαν
πως για τες
δυστυχίες μας φταίει η απειρία.
Τζιαιρόν
εσυνογλείφουνταν3 οι Τούρτζιοι σαν την κάτταν4
αμμά εμείς αρνίν
πασσίν5, εππέσαμεν στην κλάππαν.6
Τα κρίματά μας
(δ)έν σβήνουν όσοι τζι αν ρέξουν7 χρόνοι
Τ’ όξινον8
πό’ φα(ε)ν ο παππούς μουδκιάζει το αγγόνι.
Θαρκιέσαι9
οι Τούρτζιοι μόνοι τους την Κύπρον εν ν’ αφήσουν
τζι όσα αρπάξασιν
’που μάς εν να μας τα γυρίσουν;
Σταμάτα πκιον10
σ τούν’ το πλευρόν να ππέφτεις να τζιοιμάσαι.
Άρκον11
εν να μ’ αθθυμηθείς: πάντα χαμένος θα ’σαι.
Ήβρες το σύκον,
σήκωσ’ το γιατί σηκώνουν τ’ άλλοι
τζι ύστερα
παραπόνηση πιάννει σε εσέν’ με(γ)άλη
Μα τ’ άδικον εν’
του φονιά, γιά12 εν’ του σκοτωμένου;
Η προκοπή εν’ του
φρόνιμου, γιά εν’ του λαομένου13;
Τον κόσμον να τον
κάμουμε ποδά τζιαι δα14 τζιηνούρκον15
έν γίνεται, μα
μπόρουμεν να βκούμεν που τον βούρκον.
Με έναν βούκκον16
έν πάει ολόκληρον καρβέλλιν
Σιόν-σιόν17
γινίσκεται η αουρία18 μέλιν.
Απού την πρώτην
ξυναρκάν19 τον πεύκον έν τον ρίβκεις
μήτε αρκάστην τζι
αλωνιάν20 με δκυο ππαλλιές ξηλείβκεις.
Πομόνευκε,21
μα άρπασσε την κάθε ευκαιρίαν
άλλαξ’ εσού την
τύχην σου τζιαι μεν λαλείς αιτία
στα πάθη που σε
βρίσκουσιν πάντα πως εν’ οι άλλοι
γιατί αν μεν
ποταβριστείς έν άφτει το μανάλλιν.22
Άμαν λαδκιάσεις
τους τροχούς το κάρον θα τζιυλήσει23
σκλαβκιά τζιαι
κακοριζιτζιά θα ξηλειφτεί, θα σβήσει.
Έτσι γυρίζει ο
τροχός μες στην ζωήν τ’ αθθρώπου
έτσι αλλάσσει
μανιχά24 η τύχη κάθε τόπου.
1.
παλαιού, αρχαίου 2. προκοπή, χαΐρι 3. αναγλείφονταν,
ξερογλείφονταν, ορέγονταν4. γάτα 5. με πλήρη αδιαφορία
6. τρικλοποδιά, παγίδα 7. περάσουν 8. ξινό (μετφ. το
λάθος, το αμάρτημα) 9. θαρρείς, νομίζεις 10. πλέον, πια
11. αύριο12. ή 13. τρελού, μανιακού, επιληπτικού 14. από
δω και πέρα 15. καινούργιο 16. μπουκιά 17. σιγά-σιγά 18
αγουρίδα 19. τσεκουριά 20. αγριάδα και άγριο
καλοκαιρινό φυτό με αγκάθια και ιδιαίτερα οδυνηρό
τσίμπημα 21. κάνε υπομονή 22.αν δεν απλώσεις το χέρι σου
δεν ανάβει το μανουάλι 23. κυλήσει 24. μονάχα
ΤΖΙΑΙ ΑΘΘΥΜΟΥ1:
σιείλη φτανά2 κράζουσιν το πουλάριν
μακάρι οι αρκόντοι3
μας νά ’χουσιν τούν’ την χάρην
να μεν ξηχάννουν: η
κουφή4 πάντα κάμνει κουφούδκια
ποττέ λαούδκια5
έν γεννά μήτε τζιαι περτικούδκια.6
Ν’ αννοίξουσιν τα
μμάθκια τους, τρίμματοι να γινούσιν
τα δίτζια μας να
μεν χαθούν, να μεν καταριφτούσιν.7
Τότες με
χρυσοκόλλυφα τζιαι χρυσοπαννυσσίες8
εν να τους
μνημονεύκουσιν σ’ ούλλες τες εκκλησίες.
Το όνομάν τους εν
να μπει μέσα στες ιστορίες
που πόσπασαν9
τον τόπον μας που τόσες ατυχίες.
Ειδέ καν ού10
να ξέρουσιν γενιές θα τους τιμάζουν11
π’ αφήννουσιν τους
βάρβαρους να σφάζουν, ν’ ατιμάζουν
που χαλαλίζουν
άσκεφτα στον Τούρκον το Βαρώσιν
με δίχα να ’χουν
αντροπήν τζιαι δεν φακκούσιν γρόσιν12
που σβήνουν που τον
χάρτην μας Γιαλούσαν τζιαι Καρπάσιν
Τρίκωμον τζιαι
Λευκόνοικον, π’ αφήννουσιν να πάσιν
σε ξένα σσιέρκα
Καραβάς, Τζιερύνεια, Ζώδκια, Μόρφου
δκιαμαντικά που
στόλιζαν της Κύπρου μας τους κόρφους.
Τζι όσων
εσκοτωθήκασιν για την ελευθερίαν
θα τρίζουσιν τα
κόκκαλα με τέθκοιαν προδοσίαν.
Ούτε παδκιά13
που τούν’ την γην στους Τούρκους έν ανήκει.
Λόον θα δώσουν
ούλλοι τους, εν να περάσουν δίκην
τζιαι που τα φόρα14
του λαού τζιαι του Θεού την κρίσην.
Αναπαήν15
έν θα ’βρουσιν ούτε στον κάτω κόσμον.
Ο Άδης εν τους
ξερνά. Έν θα μυρίσει δκυόσμον
το μνήμαν τους.
Ούτε πουλλίν πάνω θα τζιηλαδήσει16
τζιαι μαύρη πέτρα
ασήκωτη πάνω τους θα τζιυλήσει.
Γιατί εν’ το χώμαν
αλαφρόν μόνον όποιου ταιρκάζει
μα όποιος πουλεί
τον τόπον του εν να πισσοχογλάζει17.
ΠΟΛΛΟΙ ελοαρκάζασιν
δίχα του χανουτάρη18
κρυφά εκάμναν
σχέδια να μεν πάρει χαπάριν
είνταν19
που μαειρεύκασιν. Μα ο παθός λαός μας*
έδωκεν τους
απάντησην που ’ταν πρεπός. Τζι ομπρός μας
άλλη στράτα
ανοίχτηκεν πάλε να ξαναρκέψουν20
λύση καλή πέρκι21
βρεθεί τζι όϊ να μασκαρέψουν
τες ατιμίες, τες
ψευκιές σγιαν22 να ’ταν μέγαν δώρον
σγιάν να ’ταν μάννα
τ’ ουρανού τζιαι ταίριν με τον νόμον.
1. να θυμάσαι 2.
λεπτά (φτενά) 3. άρχοντες (πλούσιοι ή αξιωματούχοι) 4.
φίδι, οχιά 5. λαγουδάκια 6. περδικάκια 7. πάνε χαμένα 8.
χρυσά κόλλυβα και άρτοι 9. γλίτωσαν, απάλλαξαν, έσωσαν
10. αν όχι, ειδάλλως 11. καταριούνται 12. δεν δίνουν
δεκάρα, αδιαφορούν 13. βήμα, σπιθαμή 14. δικαστήρια 15.
ανάπαυση 16. κελαηδήσει 17. θα κοχλάζει στην πίσσα. 18.
λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο 19.τί 20. ξαναρχίσουν 21.
μπας και, είθε μακάρι 22. σαν, λες και
Τζιει πού ’χαμεν να
παίρνουμεν εβκάλαν πως χρωστούμεν
Πουπανοπροίτζιν1
του φονιά πως πρέπει να δϊούμεν.
Ελάτε πέτε μου τζι’
εσείς αν το φωρεί2 ο νους σας
τρία ψιχούδκια3
να δϊούν, να μας λαλούν «Κανούν σας4,
βρίξετε,5
πέτε ευκαριστώ που τούρτζικον ασκέριν
εν να σας γλέπει’6
πο τζιαι δα7, τζι ειρήνην εν να φέρει»!
Μ’ αν μεν
καταλαβαίνουσιν πως του λαού πουργκεύκουν8
όποιοι κουβέρνον
κάμνουσιν εν να καταϊσιέβκουν9
το γαίμαν που
επότισεν τούτην την γην αιώνες
αχόρταοι
καταχτητές, στόλοι τζιαι λεγεώνες
να πάσιν να
φαραντζιστούν10 τζι εμείς όπως ποθούμεν
να ζήσουμεν στον
τόπον μας, να πολεφτερωθούμεν.
Του κόσμου μεν
νομίζουσιν πάντα εν να νϊελούσιν11
«Στες ύπουλες
πολιτικές κανεί», εν να τους πούσιν
«Ώρα να πάτε έσσω
σας, έφτασεν πκιον το τέλος
που
(ε)ξηκανναουρίζετε τζι εφίννετε το θέρος.12
Μόνην σας έννοιαν
είσιετε την πούγκαν τζιαι την δόξαν
τζι επήρεν μας ο
δαίμονας για την δικήν σας λόξαν.
Τα λόγια σας έν
έχουσιν με τάτιν13 με ουσίαν
τα έξι πέντε
κάμνετε, ζιείτε στην αφασίαν.
Ο λόος πρώτα στο
ρινίν14 τζιαι ύστερα στο στόμαν
τ’ αδράχτιν
ανεμόγυρον, τζι όπ’ έσιει έναν άλλό ’ναν.
Ώσποτε εν να μας
ρίβκετε σταχτόν μέσα στα μάθκια
τζι εμείς να
γινισκούμαστεν σαρανταδκυό κομμάδκια;
Θαρκέστε τρώμε
κόνναρα;15 Πως είμαστεν κουπά(δ)ιν
τζι όπου του δόξει
του βοσκού τραβά το τζι εν να πάει;
Επάθαμεν τζι
εμάθαμεν τριαντατρία χρόνια
που ζιούμεν μες
στην προσφυγιάν τζιαι μες στην περιφρόνιαν.
Αν μεν ζητάς το
δίτζιον σου, δίκαιον έν ιβρίσκεις.
Αν μεν αρπάσσεις το
καλόν που σού ’ρκεται πορίβκεις16
την τύχην που σου
έλαχεν τζιαι την καλήν σου μοίραν
τζιαι άτε νά ’βρεις
ύστερις μες στ’ άσιερα την φτείραν.17
1. πανωπροίκι,
επιπλέον προίκα 2. χωράει 3.ψίχουλα 4. φτάνουν 5.
σωπάστε, σκάστε 6. φυλάει, προσέχει 7. από δω και πέρα
8. υπηρετούν 9. σπαταλούν, αφήνουν να πάει χαμένο,
αχρηστεύουν 10. εξαφανιστούν, χαθούν 11. ξεγελάνε 12.
ασχολούσασταν με το κανναβούρι και αφήνατε τον θερισμό,
ασχολούσασταν με ασήμαντα παραμελώντας τα σπουδαία 13.
γεύση 14. ακονιστήρι 15. τρώμε καρπούς της παλλιούρας
(τρώμε κουτόχορτο) 16. απορρίπτεις, πετάς 17. μέσα στα
άχυρα την ψείρα
Ο ποταμός έν
κουβαλεί κουζούλες1 κάθ’ ημέρα.
Η ευκαιρία εν να
χαθεί ’ννά κουπανιείς2 αέραν.
Τζιει που αστράφτει
φαίνεται τζιαι τζιει που φέγγει λάμπει
μα την αλήθκειαν
δκιαλαλεί τζιείνος που έσιει ανάγκην.
Οι άλλοι κλειούν τα
μμάθκια τους, τίποτες έν τους κόφτει
εξόν τζι αν φτάσει
το λαμπρόν ώς την δικήν τους όχτην.
Μ’ άμαν δουλεύκει ο
άθθρωπος μόνον για τα ριάλια
συνάει, βουναρκάζει
τα, ’γοράζει τζι άλλα μάλια3
είντα αξίαν έχουσιν
αν χάσει την ψυσιήν του
αν χάσει την
εκτίμησην τζιαι την υπόληψήν του;
Η αρκογκιά πά’ τζι
έρκεται μα η τιμή έν σαλέβκει.
Παρασσιωνώννει4
άνεμους ’που ψέμαν μαειρεύκει.
Τζιαι ποια η
σιουράντζα5 σου πως έν θα σου τ’ αρπάξουν
οι σσιύλλοι όπως
συνηθούν τζιαι έν θα σε πετάξουν
στην θάλασσα.
Κότζια(μ) θερκόν6 θωρείς τζιαι έν πιστεύκεις
μ’ ακόμα την
τζιυλιμαθκιάν7 που έκαμεν γυρεύκεις;
Ο κόσμος άψεν τζι
έλαβεν8 τζι εσού ’κόμα τζοιμάσαι;
Πού πάει το
κατάτροχον9 γιατί έν αθθυμάσαι;
Απού τον Άδην
ύστερις εν να ζητάς το φως σου
μα ποιος το είδεν
για να δεις τζι εσούνι το δικόν σου;
Άμαν ψωρκάσει ο
γείτος σου γύρευκε συ βοτάνιν
γιατί έν
γλιτώννεις, έν θα βκεις που πάνω σαν το λάιν.
Τζιαι μεν ορπίζεις
το κακόν πως εν να ποϋρίσει.10
Γυρόν-γυρόν
παιδεύκει τους τζι εσέν’ εν να σ’ αφήσει;
Έν τζι εν’
αμματοπόνηση11 μάνα μου η στραβάρα
Κουρτζιούνιν12
μέσα στον γκρεμόν παίρνει σε η πελλάρα13
πό’ ’ν ελοάρκασες
ποττέ πως η γιορτή του γείτου14
εν η παραμονή σου
εσέν’, τζι εν να πονείς περίτου15
που έν έδειξες
φρόνησην μήτ’ εύρισκες αδκειάσην
τζι όσα χρόνια
εσύναες16 του κάκου εν να πάσιν.
Θωρείς τους άλλους
κάβκουνται τζι έν τους φυσάς να σβήσουν.
Με είντα μούτρα εν
να ζητάς νά ’ρτουν να σου τανήσουν;17
Τόσον τζιαιρόν
βοήθα μου φτωσσιέ να μεν σου μοιάσω
ελάλες. Είντα
καρτεράς το σσιέριν σου να πιάσω;»
1. κορμούς
δέντρων 2. κοπανάς 3. μαζεύει, συσσωρεύει, αγοράζει κι
άλλη περιουσία 4. σερβίρει 5. σιγουριά 6. κοτζάμ θεριό,
φίδι 7. σημάδι από σούρσιμο 8. ο κόσμος χάνεται 9.
κατηφόρα 10. προσπεράσει 11. ματόπονος, φλεγμονή των
ματιών 12. κατ’ ευθείαν, ολόισια 13. τρέλα, παραλογισμός
14. γείτονας 15 περισσότερο 16. συσσώρευες, μάζευες 17.
βοηθήσουν
Ούλλα τα μέλη τζι
αν ραούν1 τα μμάθκια φως ας έχουν
τζιαι φώτισην ο
Πλάστης μου να δκιά σ’ όποιους κατέχουν
κουβέρνον εις τα
σσιέρκα τους, τες τύχες μας ορίζουν
το όνομαν του τόπου
μας να μέν το ξημαρίζουν2
Ποιος καϊλίζει3
πά’ στην γην το σπίτιν του ν’ αρπάσσουν
τους τάφους των
παππού(δ)ων του να σπάζουν, να ρημάσσουν
τα μοναστήρκα του
τζιαμιά, τα μάλια του δικά τους
τες εκκλησιές να
κάμνουσιν στάβλους τζιαι αποπάτους;
Αν αρνηθείς τον
τόπον σου, λαμπρόν τζιαι να σε κάψει!4
Πα’ στο τζιούριν5
σου τζιερίν κανένας να μεν άψει!
Το χώμαν να μεν σε
δεχτεί, ποττέ να μεν σαπίσεις
στην πίσσαν της
κολάσεως να βράζεις, να μεν λύσεις.
Τα κάστϊα6
του Ιησού όσοι αξιωθήκαν
αγιάσαν. Μες στα
βάσανα εζήσαν, μα εσωθήκαν.
Μα όποιος την
καλοπέρασην πάνω που ούλλα βάλλει
τον λούκκον του
σιόν-σιόν να ξέρεις πως ιβκάλλει.
Μεν πεις ποττέ πως
εν πελλοί τζιείνοι που πολεμούσιν
στο χώμαν τους,
στον τόπον τους πίσω για να στραφούσιν.
Εν’ ο κανόνας ο
σωστός τζιαι του Θεού ο νόμος
τζιαι αν οι δυνατοί
της γης πράσσουσιν παρανόμως
μεν έσιεις έννοιαν,
καθενού έρκεται η σειρά του
για να πκιερώσει τ’
άδικον τζι ούλλα τα κρίματά του.
Τζιαι μεν μου πεις
εξίκκον σου,7 τζιείνοι καλοπερνούσιν.
Το κκιάριν8
σου εν’ μιαλλύττερον, ποττέ έν θα νεπαφτούσιν
που σένα πιο
κερτισιμιοί9 λαλώ σου έν θα βκούσιν.
ΟΠΟΥ τζι αν είσαι
πάσκιζε για την δικαιοσύνην.
Σε κάθε πλάσμαν του
Θεού να δείχνεις καλοσύνην.
Το άδικον πολέμα το
σε όποιον τζιαι να τύσσιει
μαύρον γιά10
άσπρον, τζίτρινον, μούζουρον γιά καστρίσιην.11
Έξερε, ούλλα εν’
δανεικά στον ψεύτικον τον κόσμον
δϊάς12
εσού βασιλιτζιάν, πέρκι σου δώκουν δκυόσμον.
Τζι αν μέν
προφτάσεις να το δεις στα χρόνια τα δικά σου
μέν μαραζώννεις, εν
να δούν σίουρα τα παιδκιά σου.
1. ραγίσουν 2.
μαγαρίζουν λερώνουν, βρομίζουν 3. δέχεται, συναινεί 4.
να σε κάψει αστροπελέκι 5. κιβούρι 6. βάσανα,
βασανιστήρια 7. να σου λείπει 8. κέρδος, όφελος 9.
κερδισμένοι 10. ή 11. κίτρινο, μελαχρινό ή κοκκινοτρίχη
(ξανθό) 12. δίνεις (δϊάς ή δκιας)
ΠΟΙΟΣ όρπιζεν1
οι Έλληνες να ρτώσουν2 την Περσίαν
που (εί)’σιεν
σσιλλιάες τον στρατόν τζιαι μιλιούνια πλοία;
Ποιος όρπιζεν σ’
έναν στενόν τρακόσσιοι Σπαρτιάτες
με Λεωνίδαν αρχηγόν
να κόψουσιν τες στράτες
να ματζιελλέψουν
σαν τ’ αρνιά Μήδους τζιαι Ασιάτες
να σκοτωθούν
φωνάζοντας «Μολών λαβέ σατράπες»;
Ποιος όρπιζεν οι
Έλληνες δίπλα στον Μαραθώναν
τον μέγαν τότε
βασιλιάν να σου τον κάμουν χώμαν;
Ποιος όρπιζεν στην
θάλασσαν κοντά στην Σαλαμίναν
τα πέρσικα πολεμικά
να φύουν σγοιον αζίνα,3
εις στον γιαλόν της
Λάρνακας οι Έλληνες να βκούσιν
τζιαι με τον Κίμωνα
νεκρόν ακόμα να νικούσιν;*
Επίστευκες πως η
Τουρτζιά στους τετρακόσιους χρόνους
έθεν ν’ αφήκει τους
Ρωμιούς λέφτερους ’που τους πόνους;
Τζι αν η ύστερις
εδράτζιασεν4 εις την Μικράν Ασίαν
έν εν’ η αξιότη
της, ας όψεται η Αγγλία!
Ας όψουνται τζι
όσοι ’που μας εδώκασιν αιτίες
να χάσουμεν τα
δίτζια μας τζι ούλλες οι δυστυχίες
νά ’βρουν αθώα
πλάσματα, αμμά5 τζιαι στρατιώτες
πού ’χαν φωθκιάν
μες στην ψυσιήν, που ήταν πατριώτες.
Τζιαι μεν μου πεις
πως τάχατες σ’ άλλους τζιαιρούς γινήκαν.
Τζι άλλοι πολλοί
τωρασινοί εσβήσαν τζι εχαθήκαν.
Επίστευκες οι
Κρητικοί να δούσιν άσπρην μέραν
Σαρατζιηνούς τζιαι
Γερμανούς να σου τους κάμουν πέρα,
η Κρήτη η
κακορίζιτζιη που ’λιωνεν σαν λαμπάδα
να καταφέρει να
γινεί έναν με την Ελλάδαν
τζιαι ώς τα πέρατα
της γης ο κόσμος να θαυμάζει
δύναμην τζιαι
παλληκαρκάν Κρήτην να ονομάζει;
Επίστευκες ’που το
Σουέζ να φύουν οι Εγγλέζοι
τζιαι ο φελλάχος το
βκιολίν όπως ποθεί να παίζει;
Επίστευκες στην
Αφρικήν οι μαύροι να νικήσουν
τους άσπρους τους
βασανιστές τζιαι να του ξορατίσουν;6
Επίστευ&